Του Βασίλη Ταλαμάγκα
Κάποτε, η προσφυγή στη Δικαιοσύνη ήταν το έσχατο καταφύγιο του πολίτη, η βεβαιότητα ότι απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας ή την αδικία του ισχυρού υπήρχε ένας ανεξάρτητος ζυγός που θα αποκαθιστούσε την ισορροπία. Σήμερα, αν κοιτάξει κανείς τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, η εικόνα αυτή μοιάζει με μακρινή, σχεδόν ρομαντική ανάμνηση. Ο ένας μετά τον άλλον, οι δείκτες της κοινής γνώμης αποτυπώνουν μια σκληρή πραγματικότητα και δειχνουν ότι η εμπιστοσύνη των Ελλήνων απέναντι στον θεσμό της Δικαιοσύνης έχει κατρακυλήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, φέρνοντάς τον συχνά στις τελευταίες θέσεις της κοινωνικής εκτίμησης, πλάι στα κόμματα και τα μέσα ενημέρωσης. Αυτή η διαπίστωση δεν είναι απλώς ένα στατιστικό εύρημα που προσφέρεται για τηλεοπτικούς καυγάδες, αλλά μια βαθιά θεσμική πληγή που αιμορραγεί στην καρδιά της δημοκρατίας μας, καθώς όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν στο δίκαιο, κλονίζεται το ίδιο το κοινωνικό συμβόλαιο.
Η ρίζα αυτού του κακού δεν είναι τωρινή, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει πάρει διαστάσεις χιονοστιβάδας, με τη βραδύτητα στην απονομή των αποφάσεων να αποτελεί το πιο ορατό και καθημερινό σύμπτωμα. Όλοι γνωρίζουμε ιστορίες ανθρώπων που εγκλωβίστηκαν σε δικαστικούς μαραθώνιους για μια απλή αστική διαφορά ή μια εργασιακή διεκδίκηση, βλέποντας τα χρόνια να περνούν, τα έξοδα να συσσωρεύονται και την τελική ετυμηγορία να έρχεται τόσο αργά, που πλέον στερείται ουσιαστικού νοήματος. Αυτή η «αρνησιδικία» στην πράξη διώχνει τους επενδυτές, εξουθενώνει τους οικονομικά ασθενέστερους και δημιουργεί την αίσθηση ότι το δίκαιο είναι ένα προνόμιο για όσους έχουν τον χρόνο και το χρήμα να το αντέξουν.
Πίσω όμως από την γραφειοκρατία και τις ατέρμονες αναβολές, κρύβεται μια ακόμα πιο σκοτεινή σκιά, αυτή της αίσθησης της ατιμωρησίας και της επιλεκτικής τυφλότητας των αρχών. Η κοινή γνώμη παρακολουθεί παγωμένη μεγάλες υποθέσεις που συγκλόνισαν το πανελλήνιο —από οικονομικά σκάνδαλα και υποθέσεις διαφθοράς μέχρι τραγικά δυστυχήματα με δεκάδες νεκρούς— να σέρνονται στα συρτάρια ή να καταλήγουν σε παραγραφές και απαλλαγές που προκαλούν το κοινό αίσθημα.
Όταν ο μέσος πολίτης νιώθει ότι η τσιμπίδα του νόμου εξαντλείται με πρωτοφανή αυστηρότητα στον μικροπαραβάτη της διπλανής πόρτας, αλλά γίνεται απελπιστικά ελαστική και νωχελική όταν αγγίζει τα μεγάλα επιχειρηματικά ή πολιτικά συμφέροντα, τότε η καχυποψία μετατρέπεται σε οργή. Η πεποίθηση ότι υπάρχουν δύο ταχύτητες στη Δικαιοσύνη, μία για τους ισχυρούς και μία για τους υπόλοιπους, έχει ριζώσει βαθιά και δεν ξεριζώνεται εύκολα με επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο αν αναλογιστούμε την εικόνα της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, η οποία συχνά εμφανίζεται ευάλωτη στις πιέσεις της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας, λόγω του τρόπου επιλογής της. Αυτή η θεσμική εξάρτηση τροφοδοτεί διαρκώς το αφήγημα μιας ελεγχόμενης Δικαιοσύνης, αδικτώντας την πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών που προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους με εντιμότητα κάτω από άθλιες υλικοτεχνικές συνθήκες.
Για να κερδηθεί το χαμένο κύρος, δεν αρκούν οι ψηφιακές μεταρρυθμίσεις και τα νέα κτίρια, αν και είναι απαραίτητα. Απαιτείται μια βαθιά νοοτροπιακή ρήξη, μια γενναία αυτοκριτική από το ίδιο το δικαστικό σώμα και, κυρίως, η απόδειξη στην πράξη ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Μέχρι να συμβεί αυτό, οι δημοσκοπήσεις θα συνεχίζουν να χτυπούν ένα καμπανάκι κινδύνου που η πολιτεία επιλέγει να αγνοεί, ρισκάροντας την ίδια την κοινωνική συνοχή.






