Η τηλεοπτική πραγματικότητα των τελευταίων ετών μάς έχει συνηθίσει σε πολλά, όμως αυτό που παρακολουθήσαμε πρόσφατα στην εκπομπή ενος τοπικού σταθμού ξεπέρασε τα εσκαμμένα και φέρνει ξανά με ορμή στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας.
Όταν ένας πολιτικός με τη βαριά διαδρομή του Γιάννη Σγουρού —ενός ανθρώπου που υπηρέτησε επί χρόνια την αυτοδιοίκηση ως Νομάρχης Αθηνών και ως ο πρώτος αιρετός Περιφερειάρχης Αττικής, συνδέοντας το όνομά του με μεγάλα έργα υποδομής και πλεονασματική διοίκηση— αναγκάζεται να αποχωρήσει από μια ζωντανή σύνδεση, τότε το πρόβλημα δεν το έχει ο καλεσμένος, αλλά η ίδια η εκπομπή.
Στα τόσα χρόνια της πολυετούς και διακομματικά αναγνωρισμένης παρουσίας του στα κοινά, ο Σγουρός δεν έχει φύγει ποτέ από κανένα πάνελ. Αυτό το γεγονός, από μόνο του, λέει τα πάντα για το μέγεθος της προκλητικότητας και της ασέβειας που αντιμετώπισε.
Η πρόσφατη ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του στην Α’ Αθηνών με το ΠΑΣΟΚ αναζωπύρωσε, όπως ήταν φυσικό, το πολιτικό ενδιαφέρον.
Στην συγκεκριμένη τηλεοπτική εκπομπή πολλοί είδαν ένα θλιβερο σόου, μιας χαμένης ευκαιρίας για ουσιαστικό δημόσιο διάλογο. Η συζήτηση μετατράπηκε γρήγορα σε μια διαρκή αντιπαράθεση, γεμάτη συνεχείς διακοπές, προσωπικές τοποθετήσεις και μια εμφανή, σχεδόν επιθετική προσπάθεια από την πλευρά του παρουσιαστή να καθοδηγήσει την κουβέντα σε ένα προκαθορισμένο, συγκρουσιακό σενάριο .
Δυστυχώς, για τον συγκεκριμένο αυτή η συμπεριφορά απέναντι σε καλεσμένους διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων δεν αποτελεί πρωτοτυπία, αλλά πάγια τακτική. Μόνο που αυτή τη φορά, η εμμονή στα παιγνιδάκια των εντυπώσεων εξαφάνισε πλήρως την ουσία της συνέντευξης.
Ο συνήθως ψύχραιμος και χιουμορίστας Γιάννης Σγουρός, ύστερα από αλλεπάλληλες διακοπές και μια εμφανώς εχθρική αντιμετώπιση, επέλεξε τη μόνη αξιοπρεπή στάση, να αποχωρήσει. Αυτή η εικόνα δεν τιμά ούτε τη δημοσιογραφία ούτε την τηλεόραση, ειδικά σε μια περίοδο αυξημένης πολιτικής έντασης, όπου η ευθύνη των Μέσων γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Οι πολίτες έχουν ανάγκη να ακούν τις θέσεις των πολιτικών προσώπων καθαρές και να τις κρίνουν οι ίδιοι. Η δημοκρατία απαιτεί διάλογο, όχι διακοπές, και επιχειρήματα, όχι εντυπώσεις.






