Στο Καυδιο πέρασμα στην νότια Ιταλία περίπου το 321π.Χ. οι Ρωμαίοι στρατιώτες όταν έχασαν μια μάχη αναγκάστηκαν να περάσουν κάτω από έναν ζυγό κατασκευασμένο από δύο δόρατα (δίκρανο) στερεωμένα κάθετα. Αυτό συμβόλιζε την απόλυτη υποταγή και ντροπή και έμεινε στην ιστορία ως τα «Καυδιανα Δίκρανα» .
Σε μια αντίστοιχη κατάσταση φαίνεται ότι έχει εμπλακεί ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσιπρας , ο οποίος με δεδομένη την βούληση του να προχωρήσει σε ένα νέο κόμμα θα πρέπει να ακολουθήσει μια πολιτική γραμμή που δεν θα απωθεί τα διάφορα αριστερά γκρουπούσκουλα, το κάθε ένα εκ των οποίων, θεωρεί ότι είναι ο εγγυητής της αριστερής ιδεολογίας στην Ελλάδα .
Η δημόσια παρουσία του Αλέξη Τσιπρα το τελευταίο διάστημα και οι διαρροές περί πιθανής δημιουργίας ενός νέου πολιτικού φορέα, έχουν αναζωπυρώσει στο έπακρο τη συζήτηση γύρω από τις προθέσεις του. Όμως, το ενδεχόμενο αυτό συνοδεύεται από μια σειρά σύνθετων προκλήσεων, οι οποίες μπορούν να τον οδηγήσουν όχι σε μια πολιτική αναγέννηση, αλλά σε μια ταπεινωτική επανεμφάνιση.
Η παρακαταθήκη του Τσίπρα ως πρωθυπουργού και ηγέτη της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν είναι εύκολο να αποτιμηθεί μονοδιάστατα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, υπό την ηγεσία του, μεταμορφώθηκε από ένα μικρό κόμμα διαμαρτυρίας σε κυβερνητική δύναμη, αλλά και σε έναν πολιτικό οργανισμό που ενσωμάτωσε σταδιακά μεγάλο μέρος της κεντροαριστερής παράδοσης. Το 2015 ήταν το αποκορύφωμα αυτής της πορείας, με την εκλογική νίκη απέναντι στο «παλαιό κατεστημένο», αλλά και την έντονη αντίφαση του δημοψηφίσματος και της συμφωνίας με τους δανειστές.
Ο ίδιος, έπειτα από την ήττα του 2023 και την εσωκομματική κρίση, παραιτήθηκε, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες ηγεσίες. Ωστόσο, όπως φαίνεται, δεν εγκατέλειψε την πολιτική φιλοδοξία. Η συζήτηση για ίδρυση νέου κόμματος, μακριά από το σημερινό ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, δείχνει πως ο A. Τσίπρας εξετάζει τη δυνατότητα να επιστρέψει στο προσκήνιο με νέους όρους. Όμως, οι συνθήκες είναι πια διαφορετικές και πολύ πιο απαιτητικές.
Η πιο κρίσιμη πρόκληση για τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι μόνο η δημοσκοπική αβεβαιότητα ή η δυσπιστία της κοινωνίας. Είναι κυρίως η εσωτερική πολυδιάσπαση του αριστερού χώρου, που έχει ενταθεί από το 2019 και μετά. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διασπαστεί, νέοι σχηματισμοί έχουν δημιουργηθεί, και οι παλιές συνιστώσες ή ομάδες πίεσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχουν επιστρέψει σε έναν πιο αυτόνομο και ιδεολογικά άκαμπτο ρόλο.
Ο Α.Τσίπρας, εάν επιχειρήσει τη δημιουργία ενός νέου φορέα, θα πρέπει αναγκαστικά να κρατήσει χαμηλούς τόνους απέναντι σε αυτές τις ομάδες. Δεν μπορεί να επιβάλει ένα κάθετο αρχηγικό μοντέλο, όπως στο παρελθόν. Κάθε μία από αυτές τις ομάδες έχει το δικό της σκεπτικό, τις δικές της πολιτικές ευαισθησίες και –κυρίως– τις δικές της επιφυλάξεις απέναντι στον ίδιο. Ο «χαλαρός» συνασπισμός που προωθείται από κάποιους , είναι εξαιρετικά δύσκολο να μετατραπεί σε συνεκτικό κόμμα, ιδίως αν δεν υπάρξει σαφής πολιτική ταυτότητα και προγραμματικός λόγος.
Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δεν είναι πολύ ενθαρρυντικές για ένα πιθανό «κόμμα Τσίπρα». Η κοινωνική βάση που άλλοτε στήριζε τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα φαίνεται απογοητευμένη ή αποσυρμένη από την ενεργό πολιτική συμμετοχή. Οι ψηφοφόροι της Αριστεράς δεν πείθονται εύκολα από νέα «σχήματα», αν δεν βλέπουν πραγματική ανανέωση λόγου και πολιτικής στόχευσης.
Η παρουσία σχηματισμών όπως η «Νέα Αριστερά», η «Πλεύση Ελευθερίας» της Ζωής Κωνσταντοπούλου , το ΜεΡΑ 25 , κ.α. ενισχύουν τον ανταγωνισμό και καθιστούν τον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς εξαιρετικά πολυκερματισμένο. Επιπλέον, η χαμηλή συσπείρωση και η απώλεια εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι σε κάθε μορφή «παλιού» πολιτικού προσωπικού λειτουργούν ανασταλτικά για μια δυναμική επανεκκίνηση.
Αν ο Α.Τσίπρας θελήσει να δημιουργήσει έναν νέο πολιτικό φορέα, θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από τη φήμη και τη ρητορική του. Η κοινωνία έχει αλλάξει. Οι πολίτες είναι πιο απαιτητικοί και δύσπιστοι. Η εποχή των συνθημάτων και των εύκολων διαχωριστικών γραμμών έχει περάσει. Το ζητούμενο είναι μια πολιτική πρόταση με βάθος, ρεαλισμό, αλλά και ριζοσπαστισμό.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Μπορεί ο Τσίπρας να επανέλθει με ουσιαστικό πολιτικό λόγο ή θα περιοριστεί σε μια προσπάθεια προσωπικής δικαίωσης; Αν ισχύει το δεύτερο, το εγχείρημα θα καταλήξει σε πολιτική ταπείνωση – μια επανάληψη, δηλαδή, αποτυχημένων προσπαθειών άλλων πρώην ηγετών που επιχείρησαν να ανασυστήσουν τον εαυτό τους πολιτικά, χωρίς να αναγνωρίσουν τα νέα δεδομένα.
Υπάρχει, όμως, και ένα άλλο πιθανό σενάριο: Αντί να ιδρύσει νέο κόμμα, ο Α. Τσίπρας θα μπορούσε να επιλέξει τον ρόλο του πολιτικού μέντορα, επηρεάζοντας τις εξελίξεις χωρίς να εκτεθεί προσωπικά. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε να διατηρήσει το όποιο κύρος του, να δώσει χώρο σε νέα πρόσωπα και να συνεισφέρει στην ανασυγκρότηση της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης με πιο στρατηγικό ρόλο. Το αν έχει τη βούληση ή τη διάθεση για κάτι τέτοιο, μένει να φανεί.
Η πολιτική ζωή είναι γεμάτη παραδείγματα επιστροφών, αλλά και απόπειρες που κατέληξαν σε αποτυχία. Ο Αλέξης Τσίπρας καλείται να σταθμίσει προσεκτικά τις κινήσεις του. Η βούλησή του για ένα νέο κόμμα δεν μπορεί να βασιστεί απλώς στην ανάγκη «επανεκκίνησης» ή στη διαφωνία με την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, μέσω της παραίτησης του από βουλευτής, τις επόμενες ημέρες .
Το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό. Αν επιλέξει να προχωρήσει σε ένα νέο κόμμα χωρίς ουσιαστικό έδαφος, χωρίς σαφή διαχωριστική γραμμή και χωρίς τη στήριξη ενεργών κοινωνικών δυνάμεων, κινδυνεύει όχι μόνο να αποτύχει, αλλά και να ταπεινωθεί πολιτικά. Κι αυτή η ταπείνωση, ίσως είναι πολύ πιο ηχηρή από οποιαδήποτε εκλογική ήττα.






