
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η σεναριολογία που πυκνώνει το τελευταίο διάστημα στη δημόσια σφαίρα, τροφοδοτούμενη από αναλυτές και μερίδα των ΜΜΕ που παραδοσιακά αντιμετώπιζαν με μια μάλλον χαλαρή διάθεση την πολιτική κυριαρχία της τελευταίας επταετίας, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το χαρτί των πρόωρων εκλογών. Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, ο Πρωθυπουργός καλείται να ζυγίσει τα δεδομένα και να αποφασίσει αν τον συμφέρει να στήσει κάλπες το φθινόπωρο, ακόμα και στα τέλη Σεπτεμβρίου, ώστε να προλάβει τις δραματικές επιπτώσεις ενός δύσκολου χειμώνα που προμηνύεται να επιδεινώσει περαιτέρω την ποιότητα ζωής των πολιτών. Πρόκειται για μια σκέψη με πολιτική και εμπειρική βάση, η οποία όμως συγκρούεται μετωπικά με την κοινή λογική και την πραγματικότητα που έχει ήδη παγιωθεί στην ελληνική κοινωνία.
Η αλήθεια είναι ότι μια κυβέρνηση επταετίας, φορτωμένη με τη φυσιολογική φθορά του χρόνου αλλά και με το βάρος παμπολλων σκανδάλων που έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, έχει ήδη κριθεί. Και έχει κριθεί αρνητικά από μια πλειοψηφία που νιώθει έντονη κόπωση και αναζητά νέες πολιτικές αφετηρίες. Η αυταπάτη ότι μπορείς να «κλέψεις» τις εκλογές και να ξεγελάσεις τους ψηφοφόρους καταρρέει μπροστά στο γεγονός ότι ακόμα κι αν μια τέτοια κυβέρνηση διατηρηθεί στην εξουσία, ως κυβέρνηση κοινωνικής μειοψηφίας και κοινοβουλευτικής ανοχής, δεν λαμβάνει λευκή επιταγή. Δεν ξεκινά από το μηδέν. Οι μήνες που έρχονται προστίθενται στα επτά χρόνια που προηγήθηκαν και αν η καθημερινότητα δεν βελτιωθεί, η ραγδαία φθορά θα οδηγήσει νομοτελειακά σε μια νέα, ακόμα πιο επώδυνη εκλογική αναμέτρηση.
Οι κάλπες λειτουργούν πάντα ως το απόλυτο εργαλείο προσγείωσης και διάψευσης κάθε πολιτικής ψευδαίσθησης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως γόνος μιας από τις ισχυρότερες πολιτικές οικογένειες της χώρας με μισό αιώνα παρουσίας στα κέντρα εξουσίας, γνωρίζει πολύ καλά πώς να ξεχωρίζει τις εύκολες υποσχέσεις από την πράξη. Παρά το γεγονός ότι το στενό επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από «ακροκεντρωους» και πολιτικούς μετακλητούς χωρίς συναισθηματικό ή ιδεολογικό δεσμό με την παραδοσιακή Κεντροδεξιά, ο Πρωθυπουργός διατηρεί ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με στελέχη που έχουν μεγαλώσει μέσα στη Νέα Δημοκρατία και αντιλαμβάνονται τους κραδασμούς της βάσης.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο ίδιος δείχνει να κατανοεί το ρίσκο. Αντιλαμβάνεται ότι η οργή και η δυσαρέσκεια που θα επιχειρήσει να προσπεράσει με έναν αιφνιδιασμό τον Σεπτέμβριο, θα τον περιμένουν στην κάλπη και θα επιστρέψουν πολλαπλασιασμένες την επόμενη κιόλας μέρα. Μια τέτοια επιλογή κινδυνεύει να πυροδοτήσει έναν αντίστροφο χρόνο που θα οδηγήσει σε νέα προσφυγή στις κάλπες μέσα στο 2027, με όρους πολύ πιο κυνικούς, απειλώντας όχι μόνο με πτώση από την εξουσία αλλά και με τη συντριβή της πολιτικής του υστεροφημίας.
Για έναν ηγέτη που σήμερα βρίσκεται στο μικροσκόπιο των Ευρωπαίων εταίρων για έναν ολόκληρο ωκεανό σκανδάλων και ζητημάτων διαφθοράς, η διαχείριση του πολιτικού του τέλους είναι κρίσιμη. Ο Μητσοτάκης γνωρίζει ότι χρειάζεται τον χρόνο ως επουλωτικό παράγοντα για τις σχέσεις του με την κοινωνία και το εξωτερικό, ώστε μετά το κλείσιμο του κύκλου του στο Μαξίμου να μπορεί να διεκδικήσει ένα κορυφαίο ευρωπαϊκό ή διεθνές αξίωμα. Η βιασύνη να ξεγελάσει το εκλογικό σώμα ίσως αποδειχθεί το μοιραίο λάθος που θα του στερήσει κάθε ρολο την επόμενη μέρα.






