
Της Ξενιας Σαρατσιωτη
Η υπόθεση της Μαρίν Λεπέν δεν αφορά πλέον μόνο μια δικαστική διαμάχη για τη χρήση κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Μετά την απόφαση του Εφετείου του Παρισιού, η οποία επικύρωσε την καταδίκη της αλλά μείωσε ουσιαστικά τη διάρκεια της στέρησης του δικαιώματος εκλογιμότητας, το ζήτημα μεταφέρεται στο κέντρο της γαλλικής πολιτικής σκηνής ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.
Η Λεπέν είχε καταδικαστεί για την υπόθεση των κοινοβουλευτικών βοηθών του πρώην Εθνικού Μετώπου (Front National), σημερινού Εθνικού Συναγερμού (Rassemblement National), που αφορούσε τη χρήση ευρωπαϊκών κονδυλίων για συνεργάτες οι οποίοι, σύμφωνα με τη δικαστική κρίση, εργάζονταν στην πραγματικότητα για το κόμμα. Η πρωτόδικη απόφαση είχε επιβάλει πενταετή στέρηση εκλογιμότητας, γεγονός που θα μπορούσε να αποκλείσει τη συμμετοχή της στην προεδρική αναμέτρηση.
Το Εφετείο, ωστόσο, τροποποίησε κρίσιμα το σκέλος της ποινής. Η στέρηση εκλογιμότητας περιορίστηκε σε 45 μήνες, εκ των οποίων 30 με αναστολή. Καθώς το ενεργό μέρος της ποινής θεωρείται ότι έχει αρχίσει από την πρωτόδικη απόφαση του Μαρτίου 2025, η Λεπέν μπορεί, από νομική άποψη, να διεκδικήσει την προεδρία το 2027.
Η υπόθεση, βέβαια, δεν κλείνει εκεί. Η ποινή που της επιβλήθηκε μπορεί να δυσκολέψει πρακτικά την προεκλογική της δραστηριότητα. Η ίδια, όμως, έχει ήδη δηλώσει ότι θα προσφύγει στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, επιχειρώντας να κρατήσει ανοιχτό όχι μόνο το νομικό αλλά και το πολιτικό της μέλλον.
Είναι επίσης ένας τρόπος να μετατρέψει τη δικαστική υπόθεση σε πολιτικό αφήγημα. Η τηλεοπτική της εμφάνιση στο TF1, λίγες ώρες μετά την απόφαση, είχε επομένως ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η Λεπέν δήλωσε «Απόψε, είμαι υποψήφια για τις προεδρικές εκλογές» και επιχείρησε να στείλει μήνυμα πολιτικής αντοχής προς τους ψηφοφόρους της και να εμφανίσει την κάλπη ως τον τελικό κριτή. Παράλληλα, η αναφορά στον Ζορντάν Μπαρντελά ως πρόσωπο που θα μπορούσε να αναλάβει πρωθυπουργικό ρόλο σε περίπτωση νίκης δείχνει ότι ο Εθνικός Συναγερμός δεν οργανώνει απλώς μια ατομική υποψηφιότητα, αλλά επιχειρεί να παρουσιάσει ένα ευρύτερο σχήμα εξουσίας, ικανό να αντέξει ακόμη και σε νέες δικαστικές επιπλοκές.
Αυτή η στρατηγική δεν είναι τυχαία. Η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά συχνά επενδύει σε ένα αφήγημα θεσμικής πολιορκίας: παρουσιάζει τους δικαστές, τα μέσα ενημέρωσης, τις Βρυξέλλες ή τις πολιτικές ελίτ ως μηχανισμούς που επιχειρούν να εμποδίσουν την έκφραση της «λαϊκής βούλησης». Στην περίπτωση της Λεπέν, η δικαστική καταδίκη μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως βάρος και ως εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης. Το μοτίβο αυτό δεν είναι άγνωστο ούτε στην Ελλάδα, όπου μια ακροδεξιά οργάνωση επιχείρησε να αξιοποιήσει τη δικαστική της αντιμετώπιση ως αφήγημα «πολιτικής δίωξης» και αντισυστημικής συσπείρωσης.
Αυτός είναι και ο βασικός προβληματισμός στη γαλλική περίπτωση: η δικαστική απόφαση να μην αναγνωστεί από ένα μέρος των ψηφοφόρων ως ζήτημα θεσμικής λογοδοσίας, αλλά ως επιβεβαίωση μιας προϋπάρχουσας πεποίθησης περί θεσμικής πολιορκίας. Η αναμέτρηση του 2027 δεν θα κριθεί μόνο ανάμεσα σε κόμματα και προγράμματα, αλλά και ανάμεσα σε ανταγωνιστικές αφηγήσεις για τη δικαιοσύνη, τη λαϊκή εντολή και τη δημοκρατική νομιμοποίηση.






