
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η εικόνα που διαμορφώνεται το τελευταίο διάστημα είναι αυτή μιας κυβέρνησης που παρακολουθεί αμήχανα την ακρίβεια να διαβρώνει κάθε πτυχή της καθημερινότητας, χωρίς να παρεμβαίνει ουσιαστικά για να ανακόψει την πορεία της. Οι τιμές στα βασικά αγαθά αυξάνονται με σταθερό ρυθμό, τα νοικοκυριά πιέζονται όλο και περισσότερο και η αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται, δημιουργώντας ένα περιβάλλον οικονομικής ασφυξίας για τη μεσαία και χαμηλότερη τάξη.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς αριθμητικό ή λογιστικό αλλά είναι βαθιά κοινωνικό. Όταν το κόστος των τροφίμων, της ενέργειας και της στέγασης ανεβαίνει, δεν επηρεάζονται όλοι το ίδιο. Οι πιο ευάλωτοι πολίτες βιώνουν πρώτοι και πιο έντονα τις συνέπειες. Η καθημερινότητα μετατρέπεται σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης, όπου οι βασικές ανάγκες γίνονται αντικείμενο διαρκούς υπολογισμού και περιορισμού.
Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, η αντίδραση της κυβέρνησης μοιάζει αποσπασματική και ανεπαρκής. Μέτρα ανακοινώνονται, αλλά συχνά έχουν προσωρινό χαρακτήρα ή περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Επιδόματα και ενισχύσεις μπορεί να προσφέρουν μια πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος. Αντίθετα, πολλές φορές δημιουργούν την εντύπωση μιας πολιτικής διαχείρισης της κρίσης, παρά μιας ουσιαστικής στρατηγικής για την επίλυσή της.
Η αγορά λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτα, με φαινόμενα αισχροκέρδειας να καταγγέλλονται συχνά από καταναλωτές και φορείς. Ωστόσο, οι έλεγχοι φαίνεται να είναι είτε περιορισμένοι είτε αναποτελεσματικοί. Η έλλειψη ισχυρής εποπτείας επιτρέπει σε ορισμένους να εκμεταλλεύονται την κατάσταση, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τους πολίτες.
Ταυτόχρονα, η επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος δημιουργεί πρόσθετη δυσπιστία. Δηλώσεις που υποβαθμίζουν το πρόβλημα ή παρουσιάζουν μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εντείνουν το χάσμα ανάμεσα στην κυβέρνηση και την κοινωνία. Οι πολίτες δεν χρειάζονται διαβεβαιώσεις ότι «η κατάσταση βελτιώνεται», όταν βιώνουν καθημερινά το αντίθετο.
Η αδράνεια ή η αμηχανία στη λήψη ουσιαστικών μέτρων εγείρει ερωτήματα για τις προτεραιότητες της πολιτικής ηγεσίας. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί συντονισμένες παρεμβάσεις , όπως ενίσχυση των ελέγχων στην αγορά, στήριξη της παραγωγής, μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και πολιτικές που ενισχύουν πραγματικά το εισόδημα των πολιτών. Χωρίς μια ολοκληρωμένη προσέγγιση, κάθε προσπάθεια θα παραμένει αποσπασματική.
Σε τελική ανάλυση, η ακρίβεια δεν είναι ένα φαινόμενο που μπορεί να αγνοηθεί ή να αντιμετωπιστεί με ημίμετρα. Είναι μια κρίση που απαιτεί αποφασιστικότητα, πολιτική βούληση και ουσιαστική παρέμβαση.
Όσο η κυβέρνηση παραμένει θεατής, το κόστος θα μετακυλίεται στους πολίτες, οι ανισότητες θα διευρύνονται και η κοινωνική συνοχή θα δοκιμάζεται. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς η αναγνώριση του προβλήματος, αλλά η άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπισή του , όχι με μέτρα «ασπιρίνες».






