-
Γιάννης Χατζηθεοδοσίου χαρακτήρισε την πρόταση τετραήμερης εργασίας μη ρεαλιστική, μόνο σε κλάδους υψηλής εξειδίκευσης, με ανάγκη έως 300.000 εργαζομένων.
-
Τόνισε τη διόγκωση χρεών λόγω τόκων, πρότεινε αποπληρωμή του αρχικού κεφαλαίου με λογικό τόκο, καθώς οι υπάρχουσες ρυθμίσεις αποτυγχάνουν.
-
Η έρευνα του ΕΕΑ έδειξε αυξημένη επισκεψιμότητα αλλά μείωση τζίρου έως 40% συνολικά και 20% στην Αττική, με στροφή σε φθηνά προϊόντα.
-
Υπογράμμισε ότι μόλις το 38% των επιχειρήσεων διαθέτει ηλεκτρονικό κατάστημα, με διείσδυση διεθνών πλατφορμών και ανάγκη στοχευμένων λύσεων.
Σε μια περίοδο έντονων προκλήσεων για την ελληνική οικονομία και την αγορά εργασίας, ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, μιλώντας στον ΣΚΑΪ (5/5/2026), τοποθετήθηκε για κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν επιχειρήσεις και καταναλωτές. Από την τετραήμερη εργασία έως τις ρυθμίσεις οφειλών και την εικόνα της αγοράς κατά την περίοδο του Πάσχα, ανέδειξε τις δυσκολίες εφαρμογής πολιτικών και τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για στοχευμένες και εφαρμόσιμες λύσεις.
Τετραήμερη εργασία
Ο κ. Χατζηθεοδοσίου χαρακτήρισε τις προτάσεις για τετραήμερη εργασία και για 35ώρο ως “εκτός τόπου και χρόνου”. Ειδικά για την τετραήμερη εργασία ανέφερε χαρακτηριστικά: “Σαν ιδέα μελλοντικά είναι καλή, σήμερα δεν έχει καμία πρακτική εφαρμογή”.
Όπως τόνισε, η ελληνική αγορά αντιμετωπίζει ήδη σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, γεγονός που καθιστά δύσκολη την εφαρμογή τέτοιων μοντέλων.
Εξήγησε ότι το μέτρο μπορεί να έχει νόημα μόνο σε συγκεκριμένους κλάδους, κυρίως υψηλής εξειδίκευσης (όπως οι προγραμματιστές), όπου το αποτέλεσμα της εργασίας δεν εξαρτάται από την καθημερινή φυσική παρουσία. Αντίθετα, σε κλάδους έντασης εργασίας –όπως η εστίαση και το λιανεμπόριο– η εφαρμογή του θεωρείται πρακτικά ανέφικτη.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή και την τεχνητή νοημοσύνη θα αυξήσει περαιτέρω τη ζήτηση εργατικού δυναμικού, με εκτιμήσεις για ανάγκη έως και 300.000 εργαζομένων την επόμενη πενταετία.
Ρυθμίσεις οφειλών
Αναφερόμενος στις νέες ρυθμίσεις οφειλών -με αφορμή και την ανακοίνωση για τις 72 δόσεις, ο Πρόεδρος του ΕΕΑ στάθηκε στη διόγκωση των χρεών λόγω τόκων και προσαυξήσεων.
Όπως σημείωσε, ένα αρχικό χρέος μπορεί να έχει υπερτριπλασιαστεί με τα χρόνια, καθιστώντας πρακτικά αδύνατη την αποπληρωμή του. Για τον λόγο αυτό πρότεινε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, δηλαδή αποπληρωμή του αρχικού κεφαλαίου με έναν λογικό τόκο, χωρίς υπερβολικές επιβαρύνσεις.
Τόνισε επίσης ότι ακόμη και σε προηγούμενες ρυθμίσεις (π.χ. 120 δόσεις), λιγότεροι από τους μισούς οφειλέτες κατάφεραν να ανταποκριθούν, γεγονός που δείχνει ότι το πρόβλημα είναι δομικό και όχι διαδικαστικό.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην αύξηση των συνολικών οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, επισημαίνοντας ότι τα χρέη συνεχίζουν να διογκώνονται. Κατά την άποψή του, αυτό αποδεικνύει ότι οι υφιστάμενες πολιτικές δεν αποδίδουν και απαιτείται συνολική επανεξέταση των αιτιών που οδηγούν τις επιχειρήσεις σε αδυναμία πληρωμών.
Έρευνα Ε.Ε.Α. για την πασχαλινή περίοδο
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας του ΕΕΑ για την πασχαλινή περίοδο, σημείωσε ότι καταγράφηκε αυξημένη επισκεψιμότητα στα καταστήματα, χωρίς όμως αντίστοιχη αύξηση αγορών. Με απλά λόγια, «ο κόσμος μπήκε, αλλά δεν ψώνισε».
Υπογράμμισε τη σημαντική πτώση του τζίρου κατά την πασχαλινή περίοδο, που φτάνει το 40% συνολικά και το 20% στην Αττική. Η εικόνα αυτή αντανακλά τη γενικότερη οικονομική πίεση και τη μειωμένη αγοραστική δύναμη, με τους καταναλωτές να περιορίζουν τις δαπάνες τους στα βασικά, όπως το πασχαλινό τραπέζι και τα απολύτως αναγκαία δώρα.
Ένα από τα ευρήματα είναι η έντονη στροφή των καταναλωτών προς τα φθηνά προϊόντα. Ο Πρόεδρος του ΕΕΑ προειδοποίησε ότι αυτή η τάση, ιδιαίτερα στα τρόφιμα, ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις ακόμη και στην υγεία των πολιτών.
Παράλληλα, σημείωσε την αυξανόμενη διείσδυση διεθνών πλατφορμών χαμηλού κόστους στην ελληνική αγορά.
Επιπλέον, στάθηκε στο γεγονός ότι μόλις το 38% των επιχειρήσεων διαθέτει ηλεκτρονικό κατάστημα, τονίζοντας ότι χωρίς αξιοποίηση αυτών των εργαλείων, οι επιχειρήσεις δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του μέλλοντος.
Δείτε τη συνέντευξη στο βίντεο που ακολουθεί:






