Την πρώτη επίσημη κοινοβουλευτική κίνηση για την ανατροπή της προτεινόμενης πώλησης κινητήρων της General Electric στην Τουρκία κατέθεσε στη Βουλή των Αντιπροσώπων η Δημοκρατική βουλευτής Ντίνα Τάιτους, ενεργοποιώντας τη διαδικασία του κοινού ψηφίσματος αποδοκιμασίας.
Η πρωτοβουλία στρέφεται κατά της κοινοποίησης που απέστειλε η αμερικανική κυβέρνηση στο Κογκρέσο για την πώληση, ύψους περίπου 700 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία συνδέεται με το πρόγραμμα ανάπτυξης του τουρκικού μαχητικού αεροσκάφους KAAN.
Η κ. Τάιτους υποστηρίζει ότι μια τέτοια μεταφορά τεχνολογίας προς την Τουρκία θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω την Ανατολική Μεσόγειο και να ενισχύσει τις στρατιωτικές δυνατότητες μιας χώρας που, όπως σημειώνει, έχει διατυπώσει επανειλημμένα απειλές εναντίον συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ.
Την ίδια ώρα ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επανέλαβε ότι η Τουρκία πρέπει να ξεκαθαρίσει κάποια ζητήματα εννοώντας τους S-400. «O πρόεδρος Τραμπ αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας και η κυβέρνηση των ΗΠΑ ενθαρρύνει την Τουρκία να επιλύσει τα εκκρεμή ζητήματα» ανέφερε μεταξύ άλλων.
Παράλληλα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επανέλαβε ότι «η Τουρκία είναι ένας πολύτιμος σύμμαχος του ΝΑΤΟ και συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με όλες τις πτυχές της σημαντικής και πολύπλευρης αυτής σχέσης», διευκρινίζοντας ωστόσο πως «οι λεπτομέρειες των νομικών περιορισμών είναι διαθέσιμες και δεν έχουμε τίποτα νέο να προσθέσουμε».
Παρά το θετικό κλίμα στις προσωπικές επαφές των δύο ηγετών, αναλυτές και στρατιωτικοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η παραχώρηση της κορυφαίας αεροπορικής τεχνολογίας των ΗΠΑ παραμένει νομικά και επιχειρησιακά ασυμβίβαστη με την παρουσία του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 στο τουρκικό οπλοστάσιο. Υπενθυμίζεται ότι το 2019, κατά την πρώτη θητεία της κυβέρνησης Τραμπ, η Ουάσιγκτον είχε αποβάλει την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35, έχοντας προηγουμένως προειδοποιήσει επανειλημμένα την Άγκυρα και προσφέροντας ως εναλλακτική το αμερικανικό σύστημα Patriot.
Η επικείμενη σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ αναμένεται να αποτελέσει ένα κρίσιμο τεστ αξιοπιστίας για τη νέα κυβέρνηση Τραμπ, με το ζήτημα της πιθανής πώλησης των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35 στην Τουρκία να βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής.
Η αμερικανική ηγεσία υπογραμμίζει σταθερά την ανάγκη για συμμάχους που αντιλαμβάνονται τις παγκόσμιες απειλές και επενδύουν στην άμυνά τους, ωστόσο η περίπτωση της Άγκυρας περιπλέκει τη συγκεκριμένη στρατηγική γραμμή.
Σύμφωνα με εκθέσεις αμυντικών ινστιτούτων, όπως το Ίδρυμα για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών (FDD), η ταυτόχρονη λειτουργία των S-400 και των F-35 σε κοντινή απόσταση ή η δικτύωσή τους ενέχει τον κίνδυνο διαρροής κρίσιμων πληροφοριών στη Μόσχα. Η τεχνολογία stealth (απόκρυψης από τα ραντάρ) και οι προηγμένοι αισθητήρες των F-35 αποτέλεσαν το κλειδί για την αεροπορική κυριαρχία των ΗΠΑ και του Ισραήλ σε πρόσφατες επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή (όπως οι «Epic Fury» και «Midnight Hammer»).
Η διαφύλαξη αυτής της τεχνολογίας θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη στη σημερινή γεωπολιτική συγκυρία. Στρατιωτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν διαμορφώνουν ένα κοινό μπλοκ στρατιωτικής μάθησης και προσαρμογής, ανταλλάσσοντας διδάγματα από τα μέτωπα της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής. Υπό αυτό το πρίσμα, η παραχώρηση πρόσβασης στα μυστικά των F-35 θα μπορούσε να προσφέρει στους αντιπάλους της Δύσης πλεονεκτήματα αντιμετώπισης των δυτικών αεροσκαφών.






