Του Χρηστου Καπουτση
Δύο εξελίξεις των τελευταίων ημερών επαναφέρουν με ένταση το πραγματικό ερώτημα της εθνικής ασφάλειας: σε ποιο γεωπολιτικό περιβάλλον βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα και πόσο έτοιμη είναι να αντιμετωπίσει μία Τουρκία που δεν εγκατέλειψε ποτέ τον αναθεωρητισμό της.
Πρώτον: Η κατάρρευση του αφηγήματος των «ήρεμων νερών»
Η θεωρία των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο αποδεικνύεται πολιτικά εύθραυστη και στρατηγικά αφελής.
Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε ποτέ τη στρατηγική της αμφισβήτησης.
Απλώς, για ένα διάστημα, χαμήλωσε τους τόνους επειδή εξυπηρετούσε τις ευρύτερες γεωπολιτικές της ανάγκες:
οικονομική σταθεροποίηση, επαναπροσέγγιση με τη Δύση,
διαχείριση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες,
και αποφυγή ταυτόχρονων μετώπων.
Ο πυρήνας όμως της τουρκικής στρατηγικής παρέμεινε αμετάβλητος.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι προεκλογικό σύνθημα ούτε επικοινωνιακή υπερβολή.
Είναι επίσημο στρατηγικό δόγμα της τουρκικής κρατικής αντίληψης.
Και η επικείμενη νομοθετική ή θεσμική ενσωμάτωσή της, από την Άγκυρα έχει σαφή στόχο: να μετατρέψει μια μονομερή διεκδίκηση σε εσωτερικό κρατικό κεκτημένο.
Πράγματι, μία τέτοια κίνηση δεν παράγει αυτομάτως έννομα αποτελέσματα διεθνούς δικαίου.
Παράγει όμως πολιτικά και γεωστρατηγικά αποτελέσματα.
Διότι η Τουρκία επιδιώκει κάτι βαθύτερο: να συνηθίσει η διεθνής κοινότητα στην ιδέα ότι «υπάρχει αμφισβητούμενος χώρος» στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτή είναι η ουσία των «γκρίζων ζωνών».
Όχι η άμεση σύγκρουση. Αλλά η σταδιακή μετατόπιση αντιλήψεων.
Γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η δημόσια παραδοχή του Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, ότι η Τουρκία ενδέχεται να κλιμακώσει την ένταση.
Ουσιαστικά αποτελεί έμμεση αναγνώριση ότι το αφήγημα της μόνιμης αποκλιμάκωσης δεν επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα.
Το πρόβλημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο στρατιωτικό.
Είναι στρατηγικό και ψυχολογικό.
Η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει «νέα κανονικότητα»:
αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων,
διαρκή πίεση χαμηλής έντασης, εργαλειοποίηση NAVTEX και μεταναστευτικών ροών, και γεωπολιτική κόπωση της Αθήνας.
Δεύτερον: Η απόσυρση των Patriot και η σύγχυση στρατηγικών μηνυμάτων
Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά την απομάκρυνση συστοιχιών MIM-104 Patriot από την Κάρπαθο και το Διδυμότειχο.
Το ερώτημα δεν είναι απλώς επιχειρησιακό. Είναι βαθιά πολιτικό και στρατηγικό.
Διότι κάθε ανάπτυξη αντιαεροπορικού συστήματος τέτοιου επιπέδου εκπέμπει συγκεκριμένο μήνυμα αποτροπής.
Οι Patriot δεν τοποθετούνται συμβολικά.
Τοποθετούνται για: αντιαεροπορική άμυνα μεγάλου βεληνεκούς, αντιβαλλιστική προστασία,
προστασία κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών, και κάλυψη περιοχών αυξημένου κινδύνου.
Στην περίπτωση της Καρπάθου, η παρουσία Patriot συνδεόταν άμεσα με: την αυξανόμενη στρατιωτική πίεση στην Ανατολική Μεσόγειο, την ανάγκη προστασίας αεροναυτικών διαδρόμων,
και τη γεωστρατηγική σύνδεση Κρήτης – Κύπρου – Αιγαίου.
Στην περίπτωση του Διδυμοτείχου, η διάσταση ήταν διαφορετική: προστασία του βορειοανατολικού άξονα,
κάλυψη κρίσιμων υποδομών, και ενίσχυση της αεράμυνας στον Έβρο.
Επομένως το ερώτημα είναι απολύτως εύλογο:
ποιοι επιχειρησιακοί λόγοι που επέβαλαν την παρουσία τους θεωρείται τώρα ότι εξέλιπαν;
Διότι οι απειλές όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά πολλαπλασιάζονται: πόλεμος στην Ουκρανία,
κρίση Ισραήλ–Ιράν, αστάθεια στη Μέση Ανατολή,
βαλλιστική απειλή, drones, πύραυλοι cruise,
και εντεινόμενος τουρκικός αναθεωρητισμός.
Patriot και Mirage ή F-16 δεν είναι συγκρίσιμα συστήματα
Η αντικατάσταση της συζήτησης περί Patriot με αναφορές σε ζεύγος Dassault Mirage 2000-5 ή F-16 δημιουργεί σοβαρή σύγχυση ως προς τις επιχειρησιακές αποστολές.
Τα Patriot και τα Mirage δεν καλύπτουν τις ίδιες ανάγκες.
Τα Patriot είναι: σταθερό ή ημι-κινητό σύστημα αεράμυνας,
λειτουργούν συνεχώς, αναχαιτίζουν πυραύλους και αεροσκάφη, και προστατεύουν κρίσιμες περιοχές.
Τα Mirage είναι: μαχητικά αεροσκάφη αναχαίτισης και κρούσης, απαιτούν χρόνο απογείωσης, έχουν διαφορετικό επιχειρησιακό ρόλο, και δεν μπορούν να αντικαταστήσουν αντιαεροπορική ομπρέλα.
Πρόκειται για εντελώς διαφορετικές αποστολές.
Η σύγχυση αυτή αποκαλύπτει είτε προβληματική δημόσια επικοινωνία είτε έλλειψη ουσιαστικής ενημέρωσης της κοινής γνώμης.
Η μεγάλη εικόνα
Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι μόνο αν αποσύρθηκαν Patriot ή αν θα νομοθετηθεί η «Γαλάζια Πατρίδα».
Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής πίεσης μέσα σε ένα ενιαίο μέτωπο κρίσεων: Ουκρανία, Μαύρη Θάλασσα, Αιγαίο,
Ανατολική Μεσόγειος, Κύπρος, Ισραήλ, Ιράν, και Στενά του Ορμούζ.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αποτροπή δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα. Είναι όρος εθνικής επιβίωσης.
Και η αποτροπή απαιτεί: καθαρή στρατηγική, σταθερά μηνύματα, θεσμική σοβαρότητα, επιχειρησιακή αξιοπιστία,
και ειλικρίνεια απέναντι στην κοινωνία.
Διότι οι εποχές των γεωπολιτικών ψευδαισθήσεων έχουν πλέον τελειώσει.
Η Ελλάδα επιμένει, ορθώς θεσμικά, αλλά συχνά αφελώς γεωπολιτικά, στο Διεθνές Δίκαιο και στη διεθνή νομιμότητα, θεωρώντας ότι οι κανόνες αρκούν για να προστατεύσουν κυριαρχικά δικαιώματα και εθνική κυριαρχία.
Όμως η σκληρή πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι η νομιμότητα, χωρίς αποτρεπτική ισχύ, δεν αποτελεί βεβαιότητα επιβολής της νομιμότητας.
Αντιθέτως, η Τουρκία επενδύει διαχρονικά στη στρατιωτική ισχύ, στην αμυντική βιομηχανία, στη γεωγραφική της θέση και στη στρατηγική της χρησιμότητα προς τη Δύση. Και μέσα από αυτή τη δύναμη επιχειρεί όχι απλώς να αμφισβητήσει το υπάρχον καθεστώς, αλλά να παράγει η ίδια νέους όρους «νομιμότητας» και νέους συσχετισμούς ισχύος στην περιοχή.
Διότι στο σημερινό διεθνές σύστημα, όσο σκληρό κι αν ακούγεται και είναι, η ισχύς δεν ακολουθεί πάντα τη νομιμότητα.
Πολύ συχνά, είναι εκείνη που τη διαμορφώνει.
Δύο εξελίξεις των τελευταίων ημερών επαναφέρουν με ένταση το πραγματικό ερώτημα της εθνικής ασφάλειας: σε ποιο γεωπολιτικό περιβάλλον βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα και πόσο έτοιμη είναι να αντιμετωπίσει μία Τουρκία που δεν εγκατέλειψε ποτέ τον αναθεωρητισμό της.
Πρώτον: Η κατάρρευση του αφηγήματος των «ήρεμων νερών»
Η θεωρία των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο αποδεικνύεται πολιτικά εύθραυστη και στρατηγικά αφελής.
Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε ποτέ τη στρατηγική της αμφισβήτησης.
Απλώς, για ένα διάστημα, χαμήλωσε τους τόνους επειδή εξυπηρετούσε τις ευρύτερες γεωπολιτικές της ανάγκες:
οικονομική σταθεροποίηση, επαναπροσέγγιση με τη Δύση,
διαχείριση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες,
και αποφυγή ταυτόχρονων μετώπων.
Ο πυρήνας όμως της τουρκικής στρατηγικής παρέμεινε αμετάβλητος.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι προεκλογικό σύνθημα ούτε επικοινωνιακή υπερβολή.
Είναι επίσημο στρατηγικό δόγμα της τουρκικής κρατικής αντίληψης.
Και η επικείμενη νομοθετική ή θεσμική ενσωμάτωσή της, από την Άγκυρα έχει σαφή στόχο: να μετατρέψει μια μονομερή διεκδίκηση σε εσωτερικό κρατικό κεκτημένο.
Πράγματι, μία τέτοια κίνηση δεν παράγει αυτομάτως έννομα αποτελέσματα διεθνούς δικαίου.
Παράγει όμως πολιτικά και γεωστρατηγικά αποτελέσματα.
Διότι η Τουρκία επιδιώκει κάτι βαθύτερο: να συνηθίσει η διεθνής κοινότητα στην ιδέα ότι «υπάρχει αμφισβητούμενος χώρος» στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτή είναι η ουσία των «γκρίζων ζωνών».
Όχι η άμεση σύγκρουση. Αλλά η σταδιακή μετατόπιση αντιλήψεων.
Γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η δημόσια παραδοχή του Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, ότι η Τουρκία ενδέχεται να κλιμακώσει την ένταση.
Ουσιαστικά αποτελεί έμμεση αναγνώριση ότι το αφήγημα της μόνιμης αποκλιμάκωσης δεν επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα.
Το πρόβλημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο στρατιωτικό.
Είναι στρατηγικό και ψυχολογικό.
Η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει «νέα κανονικότητα»:
αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων,
διαρκή πίεση χαμηλής έντασης, εργαλειοποίηση NAVTEX και μεταναστευτικών ροών, και γεωπολιτική κόπωση της Αθήνας.
Δεύτερον: Η απόσυρση των Patriot και η σύγχυση στρατηγικών μηνυμάτων
Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά την απομάκρυνση συστοιχιών MIM-104 Patriot από την Κάρπαθο και το Διδυμότειχο.
Το ερώτημα δεν είναι απλώς επιχειρησιακό. Είναι βαθιά πολιτικό και στρατηγικό.
Διότι κάθε ανάπτυξη αντιαεροπορικού συστήματος τέτοιου επιπέδου εκπέμπει συγκεκριμένο μήνυμα αποτροπής.
Οι Patriot δεν τοποθετούνται συμβολικά.
Τοποθετούνται για: αντιαεροπορική άμυνα μεγάλου βεληνεκούς, αντιβαλλιστική προστασία,
προστασία κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών, και κάλυψη περιοχών αυξημένου κινδύνου.
Στην περίπτωση της Καρπάθου, η παρουσία Patriot συνδεόταν άμεσα με: την αυξανόμενη στρατιωτική πίεση στην Ανατολική Μεσόγειο, την ανάγκη προστασίας αεροναυτικών διαδρόμων,
και τη γεωστρατηγική σύνδεση Κρήτης – Κύπρου – Αιγαίου.
Στην περίπτωση του Διδυμοτείχου, η διάσταση ήταν διαφορετική: προστασία του βορειοανατολικού άξονα,
κάλυψη κρίσιμων υποδομών, και ενίσχυση της αεράμυνας στον Έβρο.
Επομένως το ερώτημα είναι απολύτως εύλογο:
ποιοι επιχειρησιακοί λόγοι που επέβαλαν την παρουσία τους θεωρείται τώρα ότι εξέλιπαν;
Διότι οι απειλές όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά πολλαπλασιάζονται: πόλεμος στην Ουκρανία,
κρίση Ισραήλ–Ιράν, αστάθεια στη Μέση Ανατολή,
βαλλιστική απειλή, drones, πύραυλοι cruise,
και εντεινόμενος τουρκικός αναθεωρητισμός.
Patriot και Mirage ή F-16 δεν είναι συγκρίσιμα συστήματα
Η αντικατάσταση της συζήτησης περί Patriot με αναφορές σε ζεύγος Dassault Mirage 2000-5 ή F-16 δημιουργεί σοβαρή σύγχυση ως προς τις επιχειρησιακές αποστολές.
Τα Patriot και τα Mirage δεν καλύπτουν τις ίδιες ανάγκες.
Τα Patriot είναι: σταθερό ή ημι-κινητό σύστημα αεράμυνας,
λειτουργούν συνεχώς, αναχαιτίζουν πυραύλους και αεροσκάφη, και προστατεύουν κρίσιμες περιοχές.
Τα Mirage είναι: μαχητικά αεροσκάφη αναχαίτισης και κρούσης, απαιτούν χρόνο απογείωσης, έχουν διαφορετικό επιχειρησιακό ρόλο, και δεν μπορούν να αντικαταστήσουν αντιαεροπορική ομπρέλα.
Πρόκειται για εντελώς διαφορετικές αποστολές.
Η σύγχυση αυτή αποκαλύπτει είτε προβληματική δημόσια επικοινωνία είτε έλλειψη ουσιαστικής ενημέρωσης της κοινής γνώμης.
Η μεγάλη εικόνα
Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι μόνο αν αποσύρθηκαν Patriot ή αν θα νομοθετηθεί η «Γαλάζια Πατρίδα».
Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής πίεσης μέσα σε ένα ενιαίο μέτωπο κρίσεων: Ουκρανία, Μαύρη Θάλασσα, Αιγαίο,
Ανατολική Μεσόγειος, Κύπρος, Ισραήλ, Ιράν, και Στενά του Ορμούζ.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αποτροπή δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα. Είναι όρος εθνικής επιβίωσης.
Και η αποτροπή απαιτεί: καθαρή στρατηγική, σταθερά μηνύματα, θεσμική σοβαρότητα, επιχειρησιακή αξιοπιστία,
και ειλικρίνεια απέναντι στην κοινωνία.
Διότι οι εποχές των γεωπολιτικών ψευδαισθήσεων έχουν πλέον τελειώσει.
Η Ελλάδα επιμένει, ορθώς θεσμικά, αλλά συχνά αφελώς γεωπολιτικά, στο Διεθνές Δίκαιο και στη διεθνή νομιμότητα, θεωρώντας ότι οι κανόνες αρκούν για να προστατεύσουν κυριαρχικά δικαιώματα και εθνική κυριαρχία.
Όμως η σκληρή πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι η νομιμότητα, χωρίς αποτρεπτική ισχύ, δεν αποτελεί βεβαιότητα επιβολής της νομιμότητας.
Αντιθέτως, η Τουρκία επενδύει διαχρονικά στη στρατιωτική ισχύ, στην αμυντική βιομηχανία, στη γεωγραφική της θέση και στη στρατηγική της χρησιμότητα προς τη Δύση. Και μέσα από αυτή τη δύναμη επιχειρεί όχι απλώς να αμφισβητήσει το υπάρχον καθεστώς, αλλά να παράγει η ίδια νέους όρους «νομιμότητας» και νέους συσχετισμούς ισχύος στην περιοχή.
Διότι στο σημερινό διεθνές σύστημα, όσο σκληρό κι αν ακούγεται και είναι, η ισχύς δεν ακολουθεί πάντα τη νομιμότητα.
Πολύ συχνά, είναι εκείνη που τη διαμορφώνει.






