
Άρθρο – ανάλυση του Χρήστου Καπούτση
Δημοσιογράφος – Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Άμυνας και Γεωστρατηγικής
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, από σήμερα το απόγευμα 6 και μέχρι 8 Ιουλίου 2026, θα ξεκινήσει με συνέντευξη Τύπου του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε.
Αυτή η Σύνοδος δεν θα είναι μια ακόμη τυπική συνάντηση των 32 συμμάχων, των ηγετών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ.
Είναι πιθανόν, να εξελιχθεί σε σημείο καμπής για ολόκληρη τη Δυτική στρατηγική αρχιτεκτονική.
Διότι αυτή τη φορά, το διακύβευμα δεν περιορίζεται στη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Δεν αφορά μόνο την ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας. Αφορά τη συνολική ανακατανομή ισχύος σε μια τεράστια γεωγραφική ζώνη, από τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο.
Ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή γεωπολιτικής αστάθειας, όπου η ισορροπία ισχύος μεταβάλλεται με ταχύτητα που θυμίζει τις μεγάλες ιστορικές καμπές του 20ού αιώνα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η διαρκής ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η στρατηγική αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών–Κίνας, η τεχνολογική επανάσταση στην τεχνητή νοημοσύνη και στα αυτόνομα οπλικά συστήματα, αλλά και η επιστροφή της γεωγραφίας ως καθοριστικού παράγοντα ισχύος, αναδιαμορφώνουν το διεθνές σύστημα ασφαλείας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΝΑΤΟ βρίσκεται ενώπιον της σημαντικότερης ίσως στρατηγικής του προσαρμογής μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η Συμμαχία δεν καλείται πλέον μόνο να αποτρέψει μια συμβατική στρατιωτική απειλή. Οφείλει να ανταποκριθεί σε έναν πολυχωρικό ανταγωνισμό που εκτείνεται από τη Μαύρη Θάλασσα έως τον Ινδο-Ειρηνικό και από τον κυβερνοχώρο έως το διάστημα, με την τεχνητή νοημοσύνη να μεταβάλλει ήδη τον τρόπο σχεδιασμού και διεξαγωγής των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία.
Η Τουρκία, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο κρίκο της δυτικής στρατηγικής αρχιτεκτονικής, όπως και η Ελλάδα , που φιλοξενεί υποδομές και δυνατότητες που ενισχύουν ουσιαστικά την αποτρεπτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αναμένεται, σε αυτή τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, η ουσιαστική αναβάθμιση δύο σημαντικών νατοϊκών στρατηγείων στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη και στα Άδανα (Ιντσιρλίκ), που διαχρονικά αποτελούν, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της στρατηγικής αξίας της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ.
Εάν επιβεβαιωθούν σενάρια επαναπροσέγγισης Ουάσιγκτον–Άγκυρας, ακόμη και σε επίπεδο αμυντικής βιομηχανίας ή προγραμμάτων όπως το τουρκικό μαχητικό KAAN και η επανασυζήτηση για τα αμερικανικά μαχητικά F-35, τότε μιλάμε για ουσιαστική αναδιάταξη ισορροπιών ισχύος στην περιοχή μας.
Και σε αυτό το πλαίσιο, μια ενδεχόμενη συνάντηση υψηλού επιπέδου ΗΠΑ–Τουρκίας , ΤΡΑΜΠ- ΕΡΝΤΟΓΑΝ, στη Σύνοδο της Άγκυρας θα μπορούσε να αποκτήσει ιστορικό βάρος και γεωστρατηγικό βάθος.
Όμως η σχέση αυτή ΗΠΑ- ΤΟΥΡΚΙΑΣ, δεν είναι χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Λευκός Οίκος μπορεί να βλέπει την Τουρκία ως απαραίτητο γεωστρατηγικό κόμβο. Αντίθετα, το Κογκρέσο και τμήματα του αμυντικού κατεστημένου παραμένουν βαθιά επιφυλακτικά, λόγω των S-400, των σχέσεων της Τουρκίας με τη Ρωσία (Εξίσου φιλικές είναι και οι σχέσεις ΕΡΝΤΟΓΑΝ – ΠΟΥΤΙΝ), αλλά και της ευρύτερης αναθεωρητικής συμπεριφοράς της Άγκυρας, στο Αιγαίο την Κύπρο στη Συρία. Πρόκειται, συνεπώς, για μια θεσμική σύγκρουση στρατηγικής αντίληψης μέσα στο ίδιο το αμερικανικό σύστημα.
Και εδώ ακριβώς παρεμβαίνει ο ελληνικός παράγοντας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανατρέψει μια αμερικανοτουρκική προσέγγιση. Μπορεί όμως να αυξήσει τη δική της στρατηγική αναγκαιότητα. Με ψυχρή γεωπολιτική λογική.
Το κεντρικό επιχείρημα δεν είναι αρνητικό. Δεν είναι «μην ενισχύσετε την Τουρκία». Είναι θετικό και επιχειρησιακό: «η Ελλάδα αποτελεί τον πλέον αξιόπιστο, σταθερό και προβλέψιμο σύμμαχο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο».
Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, το Στεφανοβίκειο, η Λάρισα, η Ανδραβίδα, οι αμυντικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία, αλλά και η αναβαθμισμένη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ, συνθέτουν ένα δίκτυο στρατηγικής αξίας που δεν είναι συγκυριακό. Είναι δομικό.
Η Σούδα, ειδικά, δεν είναι απλώς διευκόλυνση. Είναι κόμβος επιχειρήσεων για τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Είναι σημείο υποστήριξης ναυτικών και αεροπορικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας. Είναι, εντέλει, μια σταθερή βάση σε μια ασταθή γεωγραφία.
Η εξίσωση στην περιοχή επαναδιαμορφώνεται. Δεν είναι πλέον μόνο ΗΠΑ–Τουρκία–Ελλάδα. Είναι ένα ευρύτερο στρατηγικό πλέγμα ΗΠΑ–Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου, με κοινά συμφέροντα ασφάλειας και ενεργειακής σταθερότητας.
Το Ισραήλ, με τις έντονες περιφερειακές του αντιπαραθέσεις με την Τουρκία, λειτουργεί ως επιπλέον παράγοντας εξισορρόπησης και προβολής της αμερικάνικης ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική συνεργασία αποκτά πλέον χαρακτηριστικά δομικού πυλώνα της δυτικής παρουσίας στην περιοχή.
Το στρατηγικό πρόβλημα του ΝΑΤΟ που θα κυριαρχήσει στη σύνοδο της Άγκυρας
Το μεγάλο ερώτημα που θα πλανάται πάνω από τη Σύνοδο Κορυφής της Άγκυρας δεν αφορά μόνο τη Ρωσία, την Ουκρανία ή τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Αφορά το ίδιο το μέλλον του ΝΑΤΟ ως στρατιωτικής συμμαχίας.
Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να διαθέτει τη μεγαλύτερη συμβατική στρατιωτική ισχύ στον κόσμο και, χάρη στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη σημαντικότερη πυρηνική αποτρεπτική δύναμη του πλανήτη.
Όμως οι πόλεμοι στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο απέδειξαν ότι ο πόλεμος του 21ου αιώνα έχει ήδη αλλάξει πρόσωπο.
Σήμερα, την έκβαση των επιχειρήσεων δεν καθορίζουν μόνο τα άρματα μάχης, τα μαχητικά αεροσκάφη ή οι στόλοι.
Τη διαμορφώνουν τα μη επανδρωμένα συστήματα και τα σμήνη drones, ο δικτυοκεντρικός πόλεμος, η κυριαρχία στην πληροφορία, οι κυβερνοεπιθέσεις κατά κρίσιμων υποδομών, οι υβριδικές επιχειρήσεις, η ρομποτική και, πλέον, η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία εισέρχεται δυναμικά στον σχεδιασμό, στη διοίκηση και στην εκτέλεση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Αυτό είναι το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα της Συμμαχίας.
Πώς θα διατηρήσει την κλασική στρατιωτική και πυρηνική αποτροπή που οικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και, ταυτόχρονα, πώς θα προσαρμοστεί στον νέο, πολυχωρικό πόλεμο, όπου το πεδίο της σύγκρουσης εκτείνεται από το διάστημα και τον κυβερνοχώρο έως την τεχνητή νοημοσύνη και την πληροφορία.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει το ΝΑΤΟ στη Σύνοδο Κορυφής της Άγκυρας.
Η Άγκυρα δεν φιλοξενεί απλώς μία ακόμη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Φιλοξενεί τη συνάντηση όπου η ισχυρότερη στρατιωτική συμμαχία του κόσμου καλείται να αποφασίσει αν είναι έτοιμη να πολεμήσει τον πόλεμο του αύριο και όχι εκείνον του χθες.






