
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Αν καθίσεις σε ένα παραδοσιακό καφενείο ή αν παρατηρήσεις τα πρόσωπα των ανθρώπων που περιμένουν στις στάσεις των λεωφορείων νωρίς το πρωί, θα το νιώσεις στον αέρα. Δεν είναι απλώς κούραση από την καθημερινότητα, είναι κάτι βαθύτερο, μια διάχυτη απογοήτευση που μοιάζει να έχει ριζώσει στις καρδιές των Ελλήνων. Γιατί όμως το ρολόι του μέλλοντος σε αυτή τη χώρα μοιάζει να έχει κολλήσει στα μεσάνυχτα, στο απόλυτο σκοτάδι, αντί να δείχνει την αυγή μιας νέας εποχής;
Η απάντηση δεν κρύβεται σε μία και μόνο αιτία, αλλά σε μια σειρά από διαψευσμένες ελπίδες που συσσωρεύονται εδώ και χρόνια. Περάσαμε από συμπληγάδες, επιβιώσαμε από οικονομικές κρίσεις, πανδημίες και κοινωνικές αναταράξεις, για να συνειδητοποιήσουμε τελικά ότι η πολυπόθητη κανονικότητα δεν ήρθε ποτέ με τη μορφή που την ονειρευόμασταν.
Οι Έλληνες νιώθουν παγιδευμένοι σε έναν αέναο κύκλο επιβίωσης, όπου το παρόν καταναλώνει όλη τους την ενέργεια και δεν αφήνει καθόλου χώρο για το αύριο. Όταν η καθημερινή πίεση για τα προς το ζην γίνεται ασήκωτο βάρος, η ικανότητα να ονειρεύεσαι και να σχεδιάζεις το μέλλον απλώς ατροφεί.
Το ρολόι χτυπάει μεσάνυχτα επειδή χάθηκε η εμπιστοσύνη. Υπάρχει ένα βαθύ αίσθημα αδικίας που πλανάται στην ατμόσφαιρα, μια πεποίθηση ότι όσο σκληρά κι αν προσπαθήσεις, οι κανόνες του παιχνιδιού είναι προκαθορισμένοι και σπάνια ευνοούν την αξιοκρατία ή την πραγματική εξέλιξη. Η νέα γενιά, το πιο ζωντανό και ελπιδοφόρο κομμάτι της κοινωνίας, βλέπει τις σπουδές και τα ταλέντα της να υποτιμώνται. Πολλοί επιλέγουν να φύγουν, παίρνοντας μαζί τους τις αποσκευές της γνώσης τους και αφήνοντας πίσω μια χώρα που γερνάει, όχι μόνο ηλικιακά αλλά και ψυχολογικά. Αυτή η αιμορραγία εγκεφάλων και νεανικής ενέργειας είναι που γυρίζει τους δείκτες του ρολογιού προς το σκοτάδι.
Παράλληλα, η απογοήτευση τρέφεται από την αίσθηση της στασιμότητας. Οι θεσμοί συχνά μοιάζουν δυσκίνητοι, οι υποσχέσεις για εκσυγχρονισμό μένουν μετέωρες και η καθημερινότητα γίνεται ένας διαρκής αγώνας με τη γραφειοκρατία και την ανασφάλεια. Ο Έλληνας, ένας άνθρωπος φύσει αισιόδοξος, εξωστρεφής και γεμάτος πάθος, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που του ζητά διαρκώς να συμβιβάζεται με το λιγότερο, με το «μη χείρον βέλτιστον».
Και κάπως έτσι, φτάνουμε στα μεσάνυχτα. Όχι γιατί η Ελλάδα δεν έχει προοπτικές, αλλά γιατί η συλλογική ψυχολογία έχει λυγίσει κάτω από το βάρος της προσμονής που δεν δικαιώθηκε. Όταν το μέλλον αντιμετωπίζεται με φόβο αντί για προσδοκία, τότε το ρολόι σταματά να μετρά ώρες δημιουργίας. Για να γυρίσουν οι δείκτες προς το ξημέρωμα, δεν αρκούν οι οικονομικοί δείκτες και τα μεγάλα λόγια. Χρειάζεται να επιστρέψει το δικαίωμα στην ελπίδα, η αίσθηση ότι η προσπάθεια έχει νόημα και ότι το αύριο μπορεί, επιτέλους, να είναι φωτεινότερο από το χθες. Μέχρι τότε, η απογοήτευση θα παραμένει ο βουβός σύντροφος μιας χώρας που ψάχνει ακόμα να βρει το βηματισμό της στο σκοτάδι.






