Του Ειδικού Συνεργάτη Κ.Α. Γαυδιώτη
Σε λίγες ημέρες θα ακουστεί μια πρωτόδικη Απόφαση που παρουσιάζεται από κάποιους σαν «τελεία» σε μια υπόθεση που ταλάνισε την πολιτική ζωή και κλόνισε την εμπιστοσύνη του ελληνικού Λαού στους Θεσμούς. Όμως, ακόμη κι αν η Δικαιοσύνη μιλήσει με καθαρό τρόπο για τις ποινικές ευθύνες των κατηγορουμένων, το πολιτικό και θεσμικό ζήτημα δεν τελειώνει. Γιατί το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι απλώς μια Δίκη για πρόσωπα. Είναι μια δοκιμασία για το Κράτος Δικαίου σε μια εποχή εξέλιξης της τεχνολογίας των υποκλοπών.
Η ίδια η Δίκη, με τις πολλές συνεδριάσεις για Μονομελές Πλημμελειοδικείο, τις μεγάλες καταθέσεις, την εισαγγελική πρόταση και τις αγορεύσεις των συνηγόρων πολιτικής αγωγής και υπεράσπισης, ανέδειξε δύο πράγματα. Πρώτον, ότι ένα εμπορικό spyware δεν είναι «μια κακή στιγμή» της ψηφιακής μας ζωής, αλλά εργαλείο εξουσίας. Δεύτερον, ότι όταν τέτοια εργαλεία εμφανίζονται να έχουν δράσει σε ελληνικό έδαφος, η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο «ποιος έστειλε ένα μήνυμα» ή «ποιος υπέγραψε σε ποια εταιρεία». Το κρίσιμο είναι αν το Κράτος είχε κανόνες, αν είχε έλεγχο, αν είχε αντανακλαστικά, αν είχε την πολιτική βούληση να φωτίσει το θέμα μέχρι τέλους.
Το Predator, και κάθε αντίστοιχο λογισμικό, μετατρέπει το κινητό σε κλειδί για την προσωπική και επαγγελματική ζωή του στόχου. Επαφές, κινήσεις, σχέσεις, πηγές δημοσιογράφων, εσωτερικές συζητήσεις, υλικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πίεση. Σε αυτό το σημείο το πρόβλημα παύει να είναι ατομικό. Γίνεται συλλογικό. Γιατί η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν κάποιος παρακολουθεί έναν άνθρωπο. Κινδυνεύει όταν η κοινωνία αρχίζει να πιστεύει ότι μπορεί να παρακολουθείται. Τότε έρχεται η αυτολογοκρισία, έρχεται η σιωπή, έρχεται η απομάκρυνση από τη δημόσια ζωή.
Η πολιτική ευθύνη, λοιπόν, δεν είναι μια «παράλληλη» συζήτηση που μας αποσπά από τη δικαστική διαδικασία. Είναι ο πυρήνας της. Και εδώ χρειάζεται να λέμε τα πράγματα χωρίς υπεκφυγές. Όταν η εποπτεία της ΕΥΠ συγκεντρώνεται στο κέντρο της εκτελεστικής εξουσίας, συγκεντρώνεται εκεί και η ευθύνη. Δεν έχει σημασία μόνο αν κάποιος «ήξερε». Σημασία έχει τι σύστημα εποπτείας υπήρχε. Πόσο αυστηρό ήταν. Πόσο ανεξάρτητο ήταν. Πόσο γρήγορα ενεργοποιήθηκε όταν άρχισαν οι καταγγελίες. Και τι διορθώθηκε ώστε να μη ξανασυμβεί.
Η Κυβέρνηση σε τέτοιες υποθέσεις συχνά καταφεύγει στο καταφύγιο «άλλο η πολιτική ευθύνη, άλλο η ποινική». Σωστό ως αρχή. Αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί ως κλειδαριά που κλείνει τη συζήτηση. Η πολιτική ευθύνη σημαίνει λογοδοσία για το πλαίσιο. Για τους κανόνες. Για την κουλτούρα. Για τη διαχείριση. Για την επιλογή να κρατηθεί το θέμα στο σκοτάδι ή να βγει στο φως.
Εδώ μπαίνει και η νομική διάσταση, που δεν είναι λεπτομέρεια για ειδικούς. Είναι το έδαφος πάνω στο οποίο στέκεται μια Δημοκρατία. Το απόρρητο των επικοινωνιών δεν είναι προνόμιο. Είναι συνταγματική εγγύηση. Και η άρση του, ακόμη και όταν γίνεται με «νόμιμο» τρόπο, πρέπει να είναι εξαίρεση, να είναι τεκμηριωμένη, να είναι απολύτως αναγκαία, να ελέγχεται αυστηρά. Όταν, παράλληλα, εμφανίζεται ένα παράνομο εργαλείο επιτήρησης, το Κράτος δεν έχει δικαίωμα να πει «δεν είναι δική μου δουλειά». Η δική του δουλειά είναι ακριβώς να αποτρέπει και να τιμωρεί την παράνομη ισχύ.
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα όταν θεσμικοί παράγοντες μιλούν για συνταγματικό σκάνδαλο μεγάλων διαστάσεων και για «μεγάλη εικόνα» που παραμένει κρυφή. Δεν είναι απλώς μια πολιτική άποψη. Είναι καμπανάκι ότι οι εγγυήσεις δεν λειτούργησαν όπως έπρεπε. Ότι ο έλεγχος δυσκολεύτηκε, καθυστέρησε ή εμποδίστηκε. Ότι η αλήθεια δεν είναι πάντα θέμα «να την ψάξεις», αλλά και θέμα «να σε αφήσουν να την ψάξεις».
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να διαβάζεται και το ζήτημα της θεσμικής ατιμωρησίας. Όταν οι πολίτες βλέπουν μια υπόθεση τεράστιας κοινωνικής βλάβης να χωρά σε στενό ποινικό πλαίσιο, γεννιέται το αίσθημα ότι «κάπως θα τακτοποιηθεί». Και αυτή η αίσθηση είναι δηλητήριο. Γιατί δεν πλήττει μόνο την Κυβέρνηση. Πλήττει τη Δικαιοσύνη, τις Ανεξάρτητες Αρχές, το Κοινοβούλιο. Πλήττει την ίδια την ιδέα ότι το Κράτος μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του.
Υπάρχει και μια ακόμη πλευρά που δεν πρέπει να υποτιμάται. Η εσωτερική ζωή των μηχανισμών. Οι μαρτυρίες και οι καταγγελίες για κλίμα φόβου, για υπηρεσιακές μετακινήσεις, για «ψυγεία», για σιωπή, ακόμη και για μαζικές μετατάξεις, δεν είναι απλώς «κουτσομπολιό υπηρεσίας». Σε μια Υπηρεσία Πληροφοριών, ο εσωτερικός έλεγχος είναι κρίσιμος. Αν οι άνθρωποι μαθαίνουν ότι το ασφαλές είναι να μη μιλάνε, τότε το σύστημα παύει να αυτοδιορθώνεται. Και όταν ένα σύστημα δεν αυτοδιορθώνεται, αργά ή γρήγορα θα παράγει ξανά κατάχρηση.
Το ίδιο ισχύει και για τις τεχνολογικές δομές του Κράτους. Όταν υπάρχουν κόμβοι τεχνογνωσίας και δυνατότητας, το Κράτος οφείλει να έχει όχι μόνο τεχνολογία, αλλά και κανόνες τεχνολογίας. Ιχνηλασιμότητα, καταγραφές, πραγματικούς ελέγχους, ανεξάρτητη εποπτεία που δεν παρακάμπτεται. Διαφορετικά, η τεχνολογία γίνεται άλλοθι. Και το άλλοθι γίνεται μόνιμη σκιά.
Γι’ αυτό, όποια κι αν είναι η Δικαστική Απόφαση απόφαση, το επόμενο πρωί πρέπει να γίνει μια σοβαρή, καθαρή πολιτειακή συζήτηση. Όχι με κραυγές και συμψηφισμούς, αλλά με συγκεκριμένα μέτρα.
Πρώτον, χρειάζεται σαφές πλαίσιο για τα “εμπορικά” spyware. Δεν γίνεται να αφήνουμε μια αγορά «ιδιωτικής επιτήρησης» να λειτουργεί στα κενά του νόμου και μετά να παριστάνουμε ότι μας εξέπληξε.
Δεύτερον, χρειάζεται ισχυρή και προστατευμένη εποπτεία των νόμιμων υποκλοπών. Όχι εποπτεία στα λόγια. Εποπτεία που να μπορεί να ελέγχει και να ολοκληρώνει τον έλεγχο, χωρίς να μπλοκάρεται από γνωμοδοτήσεις, γραφειοκρατία ή πολιτική πίεση.
Τρίτον, χρειάζεται πραγματική προστασία των θυμάτων. Ένας πολίτης δεν μπορεί να ζει σε καθεστώς μόνιμης άγνοιας για το αν παρακολουθήθηκε και γιατί. Χωρίς ενημέρωση, χωρίς δικαίωμα προσφυγής, χωρίς πρόσβαση σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, η έννοια του Κράτους Δικαίου μένει μισή.
Τέταρτον, χρειάζεται σοβαρή θεσμική συζήτηση για τις διαδρομές λογοδοσίας πολιτικών προσώπων. Όχι για να γίνει η δικαιοσύνη πολιτικό όπλο, αλλά για να μη γίνεται η πολιτική ασπίδα απέναντι στη Δικαιοσύνη.
Τέλος, χρειάζεται κάτι που δεν γράφεται εύκολα σε Νόμο. Αλλαγή κουλτούρας. Να σταματήσει η ιδέα ότι η «Εθνική Ασφάλεια» είναι φράση που κλείνει στόματα. Εθνική Ασφάλεια, σε Δημοκρατία, σημαίνει ασφάλεια με κανόνες. Ασφάλεια με έλεγχο. Ασφάλεια που δεν φοβάται το φως.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών είναι πολιτική βόμβα όχι επειδή κάνει θόρυβο, αλλά επειδή αφήνει πίσω του μια ύπουλη ζημιά. Την αμφιβολία για το αν το Κράτος προστατεύει τον πολίτη ή αν μπορεί, σε κρίσιμες στιγμές, να στραφεί εναντίον του. Η Δικαστική Απόφαση θα είναι σταθμός. Αλλά η Δημοκρατία δεν κρίνεται από τους σταθμούς. Κρίνεται από το αν, μετά τον σταθμό, έχει το θάρρος να αλλάξει πορεία.






