Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, όπως είναι φυσικό, περιστρέφεται γύρω από τα «βαριά» και διαχρονικά ζητήματα: την ευθύνη των υπουργών, τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, τις θεσμικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Ωστόσο, πίσω από αυτά τα κλασικά πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης, η κυβέρνηση δείχνει να επιδιώκει κάτι ακόμη: να εισαγάγει στο Σύνταγμα μια δόση αυστηρής, σχεδόν τεχνοκρατικής πειθαρχίας, δανεισμένης από το εξωτερικό.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το περιβόητο «φρένο χρέους» (Schuldenbremse), ένα δημοσιονομικό εργαλείο γερμανικής έμπνευσης, που προβλέπει συνταγματική δέσμευση ώστε το δημοσιονομικό έλλειμμα να μην υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο όριο. Η Νέα Δημοκρατία το έχει αναγάγει σε κεντρικό στόχο, παρουσιάζοντάς το ως εγγύηση σοβαρότητας, σταθερότητας και οικονομικής ωριμότητας. Σε πρώτη ανάγνωση, η πρόταση μοιάζει σχεδόν αυτονόητη: ποιος θα διαφωνούσε με την ιδέα ότι το κράτος πρέπει να ζει με βάση τις δυνατότητές του;
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η θεωρία συναντά την πράξη. Όπως επισημαίνουν έμπειροι συνταγματολόγοι με καλή γνώση των ευρωπαϊκών εξελίξεων, το γερμανικό «φρένο χρέους», ιδίως από την εποχή της Άνγκελα Μέρκελ και μετά, αποδείχθηκε στην πράξη εξαιρετικά ελαστικό. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες οδήγησαν σε αλλεπάλληλες παρεκκλίσεις από τον συνταγματικό κανόνα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα θεσμικό σχήμα που περισσότερο τροφοδότησε πολιτικές εντάσεις και νομικές ακροβασίες, παρά διασφάλισε τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Ακριβώς εδώ εντοπίζεται και ο κίνδυνος για την Ελλάδα. Η συνταγματική κατοχύρωση ενός τέτοιου μηχανισμού ενδέχεται να καταλήξει σε ακόμη μία «διακοσμητική» διάταξη: αυστηρή στα χαρτιά, ανενεργή στην πράξη. Σε περιόδους οικονομικής ομαλότητας, το φρένο θα παρουσιάζεται ως απόδειξη υπευθυνότητας. Μόλις όμως οι συνθήκες δυσκολέψουν και το πολιτικό κόστος αυξηθεί, θα ενεργοποιούνται εξαιρέσεις, ερμηνευτικά τεχνάσματα ή απλές παρακάμψεις.
Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες τηρούνται συνήθως όχι από θεσμική πεποίθηση, αλλά από εξωτερική πίεση. Το «φρένο» πατιέται όταν δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν χρειαζόμαστε περισσότερη πειθαρχία, αλλά αν το Σύνταγμα είναι το κατάλληλο εργαλείο για να την επιβάλει. Διαφορετικά, – λένε συνταγματολόγοι- κινδυνεύουμε να προσθέσουμε ακόμη έναν μεγαλόπρεπο κανόνα σε ένα κείμενο που, στις κρίσιμες στιγμές, θα συνεχίσει να λυγίζει μαζί με την πολιτική πραγματικότητα.






