
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Οι τραπεζικές καταθέσεις αποτελούν έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες οικονομικής ευρωστίας. Αντικατοπτρίζουν όχι μόνο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά και τη δυνατότητα αποταμίευσης, επένδυσης και κατανάλωσης. Στην Ελλάδα, όμως, τα στοιχεία των τελευταίων ετών αποκαλύπτουν μια σταθερή και ανησυχητική πραγματικότητα: το οικονομικό χάσμα μεταξύ της Αττικής και της υπόλοιπης χώρας διευρύνεται συνεχώς.
Η Περιφέρεια Αττικής, όπου συγκεντρώνεται περίπου ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας και το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας, καταγράφει τη μερίδα του λέοντος στις τραπεζικές καταθέσεις. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, πάνω από το 60% των συνολικών καταθέσεων των Ελλήνων βρίσκεται σε υποκαταστήματα τραπεζών της Αττικής. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, με την Αθήνα να συγκεντρώνει ποσά που ξεπερνούν κατά πολύ το σύνολο πολλών περιφερειών μαζί.
Αντίθετα, οι περισσότερες επαρχιακές περιοχές εμφανίζουν χαμηλές ή στάσιμες επιδόσεις στις καταθέσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στη Δυτική Μακεδονία ή τη Στερεά Ελλάδα, παρατηρείται ακόμη και μείωση, αποτέλεσμα της αποβιομηχάνισης, της ανεργίας και της δημογραφικής συρρίκνωσης. Η οικονομική δραστηριότητα εκτός Αττικής στηρίζεται συχνά σε μικρές επιχειρήσεις, γεωργία ή τουρισμό εποχικού χαρακτήρα, που δεν δημιουργούν σταθερά και υψηλά εισοδήματα ικανά να αυξήσουν την αποταμίευση.
Η ανισορροπία αυτή έχει πολλαπλές συνέπειες. Πρώτον, οι υψηλότερες καταθέσεις στην Αττική ενισχύουν περαιτέρω τη δυνατότητα πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό και επενδυτικά προϊόντα. Οι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις της πρωτεύουσας διαθέτουν μεγαλύτερη ρευστότητα και μπορούν να επενδύσουν σε ακίνητα, μετοχές ή νέες δραστηριότητες, διευρύνοντας έτσι την οικονομική δυναμική της περιοχής.
Δεύτερον, η επαρχία εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο: χαμηλότερα εισοδήματα οδηγούν σε μικρότερες καταθέσεις, οι οποίες με τη σειρά τους περιορίζουν τη δυνατότητα χρηματοδότησης τοπικών επενδύσεων και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι η στασιμότητα και η περαιτέρω εξάρτηση από την πρωτεύουσα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανισότητα στις καταθέσεις δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά και κοινωνικό φαινόμενο. Οι περιοχές με υψηλές καταθέσεις απολαμβάνουν καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες, υποδομές και ευκαιρίες, ενώ η επαρχία βιώνει ανασφάλεια, μείωση πληθυσμού και φυγή νέων. Το φαινόμενο της «οικονομικής ερήμωσης» σε αρκετές περιοχές της χώρας είναι άμεση συνέπεια αυτής της ανισορροπίας.
Για να περιοριστεί το χάσμα, απαιτείται στοχευμένη περιφερειακή πολιτική. Επενδύσεις σε υποδομές, ψηφιακό μετασχηματισμό, πράσινη ενέργεια και εκπαίδευση μπορούν να δημιουργήσουν νέες πηγές εισοδήματος εκτός Αττικής. Παράλληλα, χρειάζονται φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιφέρεια, καθώς και προγράμματα ενίσχυσης της αποταμίευσης και της επιχειρηματικότητας σε τοπικό επίπεδο.
Εν κατακλείδι, οι τραπεζικές καταθέσεις δεν είναι απλώς ένας αριθμός στους πίνακες της Τράπεζας της Ελλάδος. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνικής και οικονομικής γεωγραφίας της χώρας. Και αυτός ο καθρέφτης δείχνει σήμερα μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων: την πλούσια, δυναμική Αττική και την επαρχία που αγωνίζεται να κρατηθεί ζωντανή. Αν δεν υπάρξει άμεση και συντονισμένη δράση, το χάσμα αυτό κινδυνεύει να μετατραπεί σε μόνιμο ρήγμα με σοβαρές συνέπειες για τη συνοχή και την ανάπτυξη της χώρας.






