Σύμφωνα με την έμπειρη ματιά του δημοσκοπικου αναλυτή, η καθαρή πρόθεση ψήφου για την Μαρία Καρυστιανου «αν αύριο είχαμε εκλογές» διαμορφώνεται με τα σημερινά δεδομένα γύρω στο 15%. Πρόκειται για έναν υπολογισμό που δεν στηρίζεται σε εικασίες ή ευχές, αλλά σε συγκεκριμένα και μετρήσιμα στοιχεία της δημοσκοπικής έρευνας. Στον πυρήνα του βρίσκεται το «κλείδωμα» της σκληρής βάσης, ενός 12% ψηφοφόρων που δηλώνουν με σαφήνεια και βεβαιότητα ότι έχουν ήδη λάβει την απόφασή τους. Αυτή η ομάδα αποτελεί το θεμέλιο της εκλογικής δύναμης, καθώς χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, αντοχή στις εξωτερικές πιέσεις και υψηλό βαθμό πολιτικής ταύτισης.
Σε αυτό το 12% προστίθεται ένα επιπλέον 3%, το οποίο προέρχεται από τη δεξαμενή του «μάλλον». Πρόκειται για ψηφοφόρους που δεν εκφράζουν απόλυτη βεβαιότητα, ωστόσο έχουν ήδη κάνει το κρίσιμο εσωτερικό βήμα προς την επιλογή τους. Είναι εκείνοι που, αν και διατηρούν επιφυλάξεις ή αναμονή για περαιτέρω επιβεβαίωση, έχουν ουσιαστικά καταλήξει. Αυτή η κρίσιμη μάζα είναι που ανεβάζει την καθαρή πρόθεση ψήφου στο 15% και διαφοροποιεί τη δυναμική από ένα απλό ποσοστό διαμαρτυρίας.
Το υπόλοιπο κομμάτι της δεξαμενής, περίπου 20%, παραμένει σε κατάσταση ρευστότητας. Εδώ συναντά κανείς ψηφοφόρους που εκφράζουν συμπάθεια, συναισθηματική εγγύτητα ή γενική αποδοχή, χωρίς όμως να μεταφράζουν αυτή τη στάση σε εκλογική δέσμευση. Άλλοι τηρούν στάση αναμονής, περιμένοντας εξελίξεις, πρόσωπα ή σαφή πολιτικά στίγματα, ενώ κάποιοι παραμένουν σκεπτικοί, δοκιμάζοντας τα όρια της εμπιστοσύνης τους. Αυτή η ομάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, ούτε μπορεί να υπολογιστεί αυτόματα ως μελλοντική ψήφος.
Το γεγονός ότι η συνολική δυνητική ψήφος φτάνει θεωρητικά έως το 32%, ενώ η καθαρή πρόθεση περιορίζεται στο 15%, αποκαλύπτει το ουσιαστικό χάσμα ανάμεσα στην ταύτιση και στη δέσμευση. Όπως επισημαίνει ο έγκυρος δημοσκόπος, το 15% αποτελεί την πραγματική φωτογραφία της στιγμής: μια δύναμη υπαρκτή, υπολογίσιμη και με πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό, αλλά σαφώς μακριά από τις προσδοκίες ή τις αφηγήσεις περί εκρηκτικής ανόδου προς τα επίπεδα του 30%.
Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς ποσοτική, αλλά ποιοτική. Άλλο είναι να δηλώνει κάποιος ότι «βλέπει θετικά» ή «θα μπορούσε να ψηφίσει» και άλλο να έχει αποφασίσει ότι θα το κάνει. Η μετάβαση από το συναίσθημα στην κάλπη απαιτεί πειστικό λόγο, καθαρή στρατηγική και αίσθηση κυβερνησιμότητας. Χωρίς αυτά, η δυνητική ψήφος παραμένει θεωρητική και ευάλωτη σε ανατροπές.
Η διαχείριση της υπόλοιπης δεξαμενής θα κρίνει τελικά την πορεία της υποψηφιότητας. Αν υπάρξει η ικανότητα να μετατραπεί η χαλαρή ταύτιση σε σταθερή επιλογή, τότε το 15% μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για μια ευρύτερη δυναμική. Αν όμως επικρατήσει η αυταπάτη ότι το ταβάνι είναι ήδη δεδομένο, υπάρχει ο κίνδυνος το ποσοστό να παγιωθεί ως μια στατική δύναμη διαμαρτυρίας. Σε κάθε περίπτωση, η αλήθεια των αριθμών παραμένει αμείλικτη και συχνά απέχει σημαντικά από τις επικοινωνιακές προσδοκίες.






