Σε μια από τις πιο κρίσιμες πολιτικές συγκυρίες για την κυβέρνηση, το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας έχει μετατραπεί σε πεδίο έντονων ζυμώσεων, εσωκομματικών ισορροπιών και στρατηγικών επιλογών που ξεπερνούν την καθαρά θεσμική του διάσταση. Πολιτικοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι, παρά το γεγονός πως το Μέγαρο Μαξίμου και το ΚΥΣΕΑ είχαν συμφωνήσει εξαρχής στο πλαίσιο και στη φιλοσοφία του νομοσχεδίου, στην πορεία επετράπη να φθείρεται πολιτικά ο υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας από τα παράπονα και τις αντιδράσεις στρατιωτικών αλλά και διαφόρων συνδικαλιστικών φορέων.
Το νομοσχέδιο, το οποίο αναμένεται να ψηφιστεί εντός των επόμενων ημερών, φιλοδοξεί να εκσυγχρονίσει τον ελληνικό στρατό, εναρμονίζοντάς τον με διεθνή πρότυπα διοίκησης, λειτουργίας και αξιοποίησης ανθρώπινου δυναμικού. Περιλαμβάνει ρυθμίσεις που αγγίζουν ευαίσθητα ζητήματα, όπως η αναδιάρθρωση μονάδων, οι μεταθέσεις, η αξιολόγηση στελεχών και η προσαρμογή στις νέες επιχειρησιακές ανάγκες. Ωστόσο, ακριβώς επειδή πρόκειται για αλλαγές επί της ουσίας, προκάλεσαν αντιδράσεις στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων, με κύριο επιχείρημα ότι ορισμένες πρόνοιες δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη την καθημερινότητα και τις ιδιαιτερότητες της στρατιωτικής υπηρεσίας.
Σε αυτό το κλίμα, το πολιτικό βάρος φάνηκε να πέφτει δυσανάλογα στον Νίκο Δένδια. Αν και θεωρείται από τα πιο έμπειρα και θεσμικά στελέχη της κυβέρνησης, με ισχυρό αποτύπωμα τόσο στο Υπουργείο Εξωτερικών στο παρελθόν όσο και στο Υπουργείο Άμυνας σήμερα, βρέθηκε να δέχεται την κύρια πίεση για ένα σχέδιο που είχε εγκριθεί συλλογικά. Η εικόνα που διαμορφώθηκε στο δημόσιο διάλογο ήταν εκείνη ενός υπουργού που «προχωρά μόνος», την ώρα που το Μαξίμου κρατούσε αποστάσεις, παρακολουθώντας τις αντιδράσεις να διογκώνονται.
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται πλέον είναι τι θα συμβεί αν υπάρξει πολιτική βούληση από το Μέγαρο Μαξίμου για αλλαγές επί της ουσίας στο νομοσχέδιο, λίγο πριν την ψήφισή του. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έμμεσο «άδειασμα» του υπουργού Άμυνας, εμφανίζοντάς τον ως τον «κακό της υπόθεσης» και μεταφέροντας σε εκείνον το κόστος των αντιδράσεων. Σε αυτό το σενάριο, πολιτικοί παρατηρητές δεν αποκλείουν ακόμα και το ενδεχόμενο παραίτησης του Νίκου Δένδια, ως πράξη πολιτικής αξιοπρέπειας και θεσμικής συνέπειας.
Μια ενδεχόμενη παραίτηση, ωστόσο,-του πιο δημοφιλούς σήμερα στελέχους της κεντροδεξιάς- θα είχε ευρύτερες επιπτώσεις. Δεν θα αφορούσε μόνο το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αλλά θα άνοιγε συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις σε ζητήματα εθνικής άμυνας, για τις σχέσεις Μαξίμου–υπουργών πρώτης γραμμής, αλλά και για το μήνυμα που εκπέμπεται προς τις Ένοπλες Δυνάμεις. Σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών προκλήσεων, η εικόνα πολιτικής αστάθειας ή εσωτερικής σύγκρουσης στο υπουργείο Άμυνας θα μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία, τόσο στο εσωτερικό όσο και στους διεθνείς εταίρους της χώρας , πρωτίστως στις ΗΠΑ .
Από την άλλη πλευρά, υποστηρικτές του νομοσχεδίου τονίζουν ότι ο εκσυγχρονισμός του στρατεύματος δεν μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον λόγω πολιτικού κόστους. Επισημαίνουν ότι πολλές από τις προβλέψεις του κινούνται στη λογική που ακολουθούν σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες και ότι η Ελλάδα οφείλει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα ασφάλειας και άμυνας. Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρούν πως η κυβέρνηση θα πρέπει να στηρίξει ξεκάθαρα τον υπουργό της και να αναλάβει συλλογικά την ευθύνη των αλλαγών.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται καθοριστικό. Αν το Μαξίμου επιλέξει να προχωρήσει χωρίς ουσιαστικές αλλαγές, δίνοντας πλήρη πολιτική κάλυψη στον Νίκο Δένδια, το μήνυμα θα είναι ότι η κυβέρνηση αντέχει το κόστος των μεταρρυθμίσεων.
Αν όμως επιλεγεί η οδός των διορθώσεων την τελευταία στιγμή, με τρόπο που θα αποδυναμώνει τον υπουργό Άμυνας, τότε οι εξελίξεις μπορεί πράγματι να είναι ανεξέλεγκτες. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα έχει ήδη αναδειχθεί σε κρίσιμο τεστ πολιτικής συνοχής και στρατηγικής αξιοπιστίας για την κυβέρνηση.






