
Του Βασίλη Ταλαμαγκα
Η απόφαση της Κρατικής Δούμας να εγκρίνει με διαδικασίες-εξπρές τη δυνατότητα γενικευμένου και άμεσου μπλοκαρίσματος των τηλεπικοινωνιών σηματοδοτεί ένα νέο, πιο αυστηρό κεφάλαιο στον κρατικό έλεγχο της πληροφορίας στη Ρωσία. Πρόκειται για μια θεσμική αλλαγή που, σύμφωνα με τις κυβερνητικές αιτιολογήσεις, στοχεύει στην «προστασία της εθνικής ασφάλειας» και στην αντιμετώπιση «εξωτερικών απειλών». Στην πράξη, όμως, ανοίγει τον δρόμο για τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα συγκέντρωση εξουσίας γύρω από τον έλεγχο του διαδικτύου, των κινητών επικοινωνιών και της ροής των πληροφοριών.
Με τη νέα νομοθεσία, ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν αποκτά τη δυνατότητα να ενεργοποιεί, χωρίς χρονοβόρες θεσμικές διαδικασίες, μηχανισμούς ολικού ή μερικού «σβησίματος» του δικτύου. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο την πρόσβαση στο διαδίκτυο, αλλά και κρίσιμες υποδομές τηλεπικοινωνιών, όπως υπηρεσίες δεδομένων, πλατφόρμες ανταλλαγής μηνυμάτων και δίκτυα κινητής τηλεφωνίας. Η ουσία της αλλαγής δεν βρίσκεται μόνο στο τεχνικό σκέλος, αλλά κυρίως στο πολιτικό: για πρώτη φορά κατοχυρώνεται με τόσο σαφή τρόπο η δυνατότητα άμεσης κρατικής παρέμβασης στη βασική ψηφιακή λειτουργία της κοινωνίας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι, κατά τη νομοθετική διαδικασία, αφαιρέθηκαν κρίσιμες ασφαλιστικές δικλίδες που είχαν αρχικά προβλεφθεί για την προστασία των πολιτών. Περιορίστηκαν οι μηχανισμοί ανεξάρτητου ελέγχου, μειώθηκαν οι υποχρεώσεις διαφάνειας και αποδυναμώθηκαν οι διαδικασίες προσφυγής σε περίπτωση καταχρηστικής χρήσης των νέων εξουσιών. Με απλά λόγια, το κράτος μπορεί να διακόπτει ή να περιορίζει τις επικοινωνίες χωρίς να απαιτείται άμεση δικαστική έγκριση και χωρίς σαφή, εκ των προτέρων καθορισμένα όρια.
Το βασικό επιχείρημα των αρχών είναι ότι η Ρωσία βρίσκεται σε ένα περιβάλλον υβριδικού πολέμου, κυβερνοεπιθέσεων και εκστρατειών παραπληροφόρησης. Ωστόσο, για οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανεξάρτητους αναλυτές, η νέα ρύθμιση μετατρέπει την «ασφάλεια» σε έννοια εξαιρετικά ευέλικτη, ικανή να δικαιολογήσει σχεδόν κάθε μορφή περιορισμού.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον αφορά ευθέως την ελευθερία του λόγου. Η δυνατότητα γενικευμένου μπλοκαρίσματος δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι ανεξάρτητες φωνές, τα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης και οι απλοί πολίτες μπορούν να αποκοπούν από το κοινό τους μέσα σε λίγα λεπτά. Ο έλεγχος των πληροφοριών για τον πόλεμο, τις απώλειες, τις κοινωνικές επιπτώσεις και τη διεθνή απομόνωση της χώρας γίνεται ευκολότερος από ποτέ, καθώς το κράτος αποκτά το τεχνικό εργαλείο να «σιωπά» ολόκληρα ψηφιακά οικοσυστήματα.
Παράλληλα, ενισχύεται το φαινόμενο της αυτολογοκρισίας. Όταν οι χρήστες γνωρίζουν ότι το κράτος μπορεί να κλείσει πλατφόρμες ή να απομονώσει περιοχές από το δίκτυο, η διάθεση για δημόσια κριτική μειώνεται δραστικά. Η επικοινωνία παύει να θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα και μετατρέπεται σε προνόμιο υπό όρους.
Τελικά, το «τα πάντα υπό έλεγχο» δεν περιγράφει απλώς μια τεχνολογική δυνατότητα. Περιγράφει μια βαθύτερη πολιτική επιλογή: τη μετατόπιση της ισορροπίας ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας. Και σε μια χώρα όπου ο δημόσιος διάλογος έχει ήδη περιοριστεί σημαντικά, η θεσμοθέτηση του ψηφιακού διακόπτη απειλεί να αποτελέσει το πιο ισχυρό εργαλείο φίμωσης της σύγχρονης εποχής. Σε κάθε περίπτωση η Ρωσία παίρνει ακόμα πιο σοβαρές αποστάσεις από τον ελεύθερο κόσμο .






