

Του Μιχάλη Κατσιμιτση
Ενα απόγευμα, πριν από λίγες μέρες, καθόμουν σε μία από τις καφετέριες στον πεζόδρομο Κοραή, περιμένοντας έναν φίλο. Καθώς είχα πάει νωρίτερα, άρχισα να ξεφυλλίζω το βιβλίο που είχα αγοράσει πηγαίνοντας προς τα εκεί. Πριν ολοκληρώσω την ανάγνωση των περιεχομένων, η έντονη συζήτηση της παρέας των, μάλλον, φοιτητών στο διπλανό τραπέζι έκλεψε το ενδιαφέρον μου.
Το θέμα ήταν οι ιδέες και τα ιδανικά. Κάποια στιγμή, μία από τις κοπέλες ρώτησε τον πιο παθιασμένο της παρέας αν ήταν πρόθυμος να πεθάνει για τα ιδανικά του. Χωρίς κανένα δισταγμό, εκείνος απάντησε «βέβαια».
Αυτόματα μου ήρθε στο μυαλό η φράση του Έρμαν Έσσε: «Είναι πιο εύκολο να πεθάνεις για ένα ιδανικό από το να ζήσεις για αυτό». Χαμογέλασα χωρίς να σηκώσω το βλέμμα από το βιβλίο.
Στο παρόν σχόλιο, ωστόσο, δεν θα επαναλάβω τη συζήτηση για ματαιωμένα ιδανικά και τις επιπτώσεις τους στη ζωή μας. Είναι κάτι που δεκαετίες τώρα αναλύεται ξανά και ξανά. Περισσότερο ενδιαφέρον θεωρώ το γιατί διαμορφώνουμε ή υιοθετούμε αντιλήψεις σχετικά με τη ζωή μας, οι οποίες, ακόμα κι αν είναι υπέροχες, ευγενείς, ρομαντικές κτλ., δεν ανταποκρίνονται στο τι συμβαίνει ή μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα. Κι όμως συνεχίζουμε να τις υποστηρίζουμε αναζητώντας (δηλαδή, ερμηνεύοντας) όψεις του κόσμου, που να θεωρούμε ότι θεμελιώνουν, ακόμα και ελάχιστα, αυτό που υποστηρίζουμε.
Θα σταχυολογήσω ορισμένες βασικές απαντήσεις που δίνονται από τον Bobby Dauffy (The Perils of Perception, 2019) που, παρά την αναγκαστικά σύντομη ανάπτυξή τους, θα μας καταδείξουν γιατί αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα λάθος, χωρίς καν να το καταλάβουμε.
Ο πρώτος παράγοντας είναι η τάση μας για απλοποίηση των καταστάσεων. Αυτό το διαπιστώνουμε καθημερινά σχεδόν σε οτιδήποτε αφορά τη στάση μας (ως πρόσωπα ή πολίτες, αλλά και ως κυβέρνηση) απέναντι στην Covid-19. Για παράδειγμα, θέλοντας να κρίνουμε μια περίπτωση, εστιάζουμε στα ελάχιστα δυνατά στοιχεία της, αντί να επιδιώξουμε την αναζήτηση της μέγιστης δυνατής πολυπλοκότητάς της. Έτσι, κατευθύνουμε τη σκέψη μας όπου εμείς θέλουμε.
Και γιατί στρέφουμε τη σκέψη μας προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση; Επειδή επιδιώκουμε κάποια «αντικειμενικότητα»; Κάθε άλλο. Είναι η ομάδα (οικογένεια, φίλοι, συνάδελφοι, πολιτικό κόμμα κτλ.), όπου είμαστε ενταγμένοι, εκείνη που σχετίζεται στενότερα με το ζήτημα (π.χ. κριτική για πράξη/θεωρία σχετικά με τον κορονοϊό), η οποία (περι)ορίζει την οπτική μας προς συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Ο βασικός λόγος γι’ αυτό είναι η καταλυτική επίδραση του συναισθήματος, μέσω του οποίου συνδεόμαστε με την ομάδα. Υπάρχει, βέβαια, και το συναίσθημα που προκαλείται από το ίδιο το αντικείμενο που θέλουμε να εξετάσουμε, έστω κι αν δεν υπάρχει άμεση σχέση με κάποια από την ομάδα, στην οποία ανήκουμε. Με άλλα λόγια, αντιλαμβανόμαστε και κρίνουμε με συγκεκριμένο τρόπο, για να αισθανόμαστε καλύτερα.
Πέραν τούτων, ενδέχεται να μην έχουμε εξετάσει επαρκώς το υπό σκέψη αντικείμενο, επειδή δεν μπορούμε, ή δεν έχουμε τις κατάλληλες γνώσεις. Οπότε, θα βασιστούμε σε κάτι που ακούσαμε από κάποιον που, για κάποιον λόγο, ασκεί επίδραση στη σκέψη μας. Κι αυτό το στηρίζουμε είτε με δανεική επιχειρηματολογία είτε φροντίζουμε να διαμορφώσουμε μια δική μας. Αυτό δεν έχει και τόσο σημασία, μιας και, ακόμα κι αν κάποιος καταρρίψει κάθε επιχείρημά μας, εμείς θα στηρίξουμε με νέα επιχειρήματα τη θέση μας για τον κόσμο, όσο ανόητη και αν τελικά είναι.
Οι παράγοντες αυτοί, βεβαίως, λειτουργούν συνδυαστικά, γι’ αυτό και πάντα ασκούν σχεδόν αξεπέραστη επίδραση στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Είμαστε σαν τους δεσμώτες στο πλατωνικό σπήλαιο, όπου οι σκιές που βλέπουμε, θεωρώντας τες ως πραγματικότητα, δεν οφείλονται σε κάποιον εξωτερικό παράγοντα (φωτιά), αλλά στον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι διαμορφώνουμε την οπτική μας του κόσμου.
Αυτό σημαίνει ότι είναι δύσκολο να «διορθώσουμε» το πρόβλημα; Η απάντηση είναι «ναι». Αλλά σημαντικό δεν είναι τόσο η διόρθωση, λόγω ακριβώς της δυσκολίας, όσο η συνειδητοποίηση της ύπαρξης του προβλήματος και, συνακόλουθα, το πόσο ανοιχτοί είμαστε στη διαφορετική άποψη.
–Μιχάλης Κατσιμίτσης, PhD
Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου έλαβε και το διδακτορικό του. Έχει λάβει δύο υποτροφίες, του The Ryoichi Sasakawa Young Leaders Fellowship Fund (παρέχεται σε άτομα με οργανωτικές/ηγετικές ικανότητες) και του Ιδρύματος Παναγιώτη & Έφης Μιχελή. Έχει διδάξει ως λέκτωρ ΠΔ/407 στον Τομέα Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ «Νεότερη Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία» και «Συστηματική Φιλοσοφία και Εισαγωγή στη Νεότερη Φιλοσοφία». Επίσης δίδαξε στο πρόγραμμα «Ακαδημία Πλάτωνος, η Πολιτεία και ο Πολίτης» του ΕΚΠΑ, αλλά και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ τα τελευταία χρόνια διδάσκει νεότερη φιλοσοφία και ηγεσία στο ΜΠΣ «Φιλοσοφία και διοίκηση» του ΕΚΠΑ. Έχει δώσει πλήθος διαλέξεων πάνω σε θέματα φιλοσοφικού ενδιαφέροντος. Ασχολείται με τη μετάφραση και την επιμέλεια κειμένων, κυρίως φιλοσοφικού και ιστορικού περιεχομένου. Έχει συμμετάσχει ενεργά στην οργάνωση φιλοσοφικών κυρίως συνεδρίων. Άρθρα του σχετικά με την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, τη φιλοσοφία και την αγορά εργασίας, αλλά και την ηγεσία έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ιστοτόπους, ενώ έχει συγγράψει και βιβλία για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Είναι συγγραφέας του εξ αποστάσεως αγγλόφωνου προγράμματος φιλοσοφίας «Ancient Philosophy: The Art of Living», καθώς και συν-συγγραφέας του ελληνόφωνου «Αρχαία Κίνα: Μαθήματα Στρατηγικής και Ηγεσίας», τα οποία προσφέρει το E-Learning του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Διαβάστε επίσης






