
Του Βασίλη Ταλαμαγκα
Η περίοδος 2020-2024 χαρακτηρίστηκε από μια σειρά κρίσεων και μεταβατικών φάσεων για την ελληνική οικονομία. Από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση μέχρι τις πληθωριστικές πιέσεις και τις γεωπολιτικές αναταραχές, το οικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα διαμορφώθηκε με σημαντικές προκλήσεις για τα νοικοκυριά. Παρά τις οποιες μικρές επίσημες αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις που εφαρμόστηκαν σταδιακά αυτή την τετραετία, τα οφέλη για τον μέσο πολίτη εξανεμίστηκαν από την αυξημένη φορολογία και το κόστος διαβίωσης.
Από το 2023, ξεκίνησε η σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, φτάνοντας στα 830 ευρώ μικτά το 2024, ενώ δόθηκαν και οι πρώτες πραγματικές αυξήσεις στις συντάξεις μετά από μια δεκαετία περικοπών και παγώματος. Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι πρόκειται για αποκατάσταση αδικιών και στήριξη της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Ωστόσο, αυτές οι αυξήσεις αποδείχθηκαν κυρίως λογιστικές, καθώς η αύξηση των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης, η άνοδος του πληθωρισμού και η διατήρηση υψηλών έμμεσων φόρων (όπως ΦΠΑ και ειδικοί φόροι κατανάλωσης) ουσιαστικά εξουδετέρωσαν οποιοδήποτε πραγματικό όφελος. Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη φορολογική επιβάρυνση ,τόσο μέσω άμεσων, όσο και έμμεσων φόρων, περιόρισε το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Η «φορολογική κόπωση» αποτελεί πλέον πραγματικότητα. Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι βρέθηκαν ξανά στο στόχαστρο της εφορίας, με τη φορολογία να απορροφά μεγάλο μέρος των αυξήσεων. Ειδικά οι μεσαίες κοινωνικές ομάδες , που παραμένουν σταθερά οι μεγαλύτεροι φορολογούμενοι της χώρας, είδαν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται σε πραγματικούς όρους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσοστό των έμμεσων φόρων επί των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας παραμένει από τα υψηλότερα στην Ε.Ε. Οι αυξήσεις σε ΦΠΑ, καύσιμα, ενέργεια και βασικά αγαθά λειτουργούν ως «αόρατη φορολογία» που πλήττει κυρίως τα χαμηλότερα εισοδήματα. Έτσι, ακόμη και όταν ο κατώτατος μισθός αυξάνεται, ταυτόχρονα αυξάνεται και η μηνιαία δαπάνη για επιβίωση, ακυρώνοντας στην πράξη το όφελος.
Η ελπίδα ότι οι μισθολογικές αυξήσεις θα οδηγούσαν σε βελτίωση της ποιότητας ζωής διαψεύστηκε για πολλούς. Οι τιμές στα σούπερ μάρκετ, οι λογαριασμοί ρεύματος, η βενζίνη και τα ενοίκια εκτοξεύτηκαν, ενώ οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα παραμένουν από τους χαμηλότερους στην Ε.Ε. Ο δείκτης αγοραστικής δύναμης παραμένει καθηλωμένος, και η καθημερινότητα των πολιτών εξακολουθεί να είναι δύσκολη, ακόμη και για όσους εργάζονται σε πλήρη απασχόληση.
Επιπλέον, η υπερφορολόγηση δεν άγγιξε σε ικανοποιητικό βαθμό τα υψηλά εισοδήματα ή τη μεγάλη ακίνητη περιουσία, αλλά παρέμεινε συγκεντρωμένη στους «συνήθεις υπόπτους»: τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το φορολογικό σύστημα παραμένει άκαμπτο, πολύπλοκο και ενίοτε άδικο, ενισχύοντας την ανασφάλεια για το μέλλον.
Η ουσιαστική ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών απαιτεί συνδυασμένες πολιτικές. Οι αυξήσεις μισθών και συντάξεων πρέπει να συνοδεύονται από μείωση των έμμεσων φόρων, πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα και αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Παράλληλα, η συγκράτηση του κόστους ζωής, η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και η σταθερή οικονομική πολιτική είναι απαραίτητα στοιχεία για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Κάνοντας τον απολογισμό η τετραετία 2020-2024 απέδειξε πως οι αυξήσεις στα χαρτιά δεν επαρκούν όταν εξανεμίζονται στην πράξη από φόρους και ακρίβεια. Αν δεν υπάρξει μια βαθύτερη μεταρρύθμιση στη φορολογική και εισοδηματική πολιτική, το αίσθημα στασιμότητας και αδικίας θα συνεχίσει να κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα.






