
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η Ελλάδα μπήκε στη νέα χρονιά με βαριά σκιά. Δώδεκα ζωές χάθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες, σε δύο διαφορετικές τραγωδίες που, αν και άσχετες μεταξύ τους, ενώθηκαν στο συλλογικό πένθος. Η τραγωδία της Βιολάντα και ο θάνατος οπαδών του ΠΑΟΚ υπενθύμισαν με τον πιο σκληρό τρόπο πόσο εύθραυστη παραμένει η καθημερινότητα και πόσο κοντά βρίσκεται η απώλεια, ακόμη και σε στιγμές που υποτίθεται πως είναι αφιερωμένες στη χαρά ή στη ρουτίνα της ζωής.
Οι αριθμοί από μόνοι τους σοκάρουν, όμως πίσω από τον αριθμό «δώδεκα» κρύβονται πρόσωπα, οικογένειες, όνειρα που δεν θα πραγματοποιηθούν. Η κοινωνία παρακολουθεί, πενθεί, εξοργίζεται και τελικά σιωπά. Μια σιωπή που δεν είναι μόνο πένθος, αλλά και κόπωση. Κόπωση από τις συνεχείς απώλειες, από τα «γιατί» που μένουν αναπάντητα, από την αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει ουσιαστικά.
Την ίδια στιγμή, το κλίμα αυτό βαθαίνει από μια γενικευμένη κατήφεια που κυριαρχεί στην κοινωνία λόγω της συνεχιζόμενης ακρίβειας. Το κόστος ζωής παραμένει δυσβάσταχτο για χιλιάδες νοικοκυριά. Οι λογαριασμοί, τα τρόφιμα, τα ενοίκια, όλα πιέζουν καθημερινά τον πολίτη, ο οποίος νιώθει πως εργάζεται περισσότερο για να ζει χειρότερα. Η οικονομική ανασφάλεια δεν είναι πλέον συγκυριακή· έχει γίνει μόνιμη συνθήκη και διαβρώνει την ψυχολογία, τη συνοχή και την εμπιστοσύνη στο μέλλον.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κοινωνική ευαισθησία μοιάζει να δοκιμάζεται. Ο πόνος του άλλου γίνεται συχνά μια ακόμη είδηση σε μια ατελείωτη ροή κακών νέων. Κι όμως, οι πρόσφατες τραγωδίες λειτούργησαν σαν ένα απότομο ξύπνημα. Θύμισαν ότι η απώλεια δεν κάνει διακρίσεις και ότι η συλλογική ευθύνη –είτε αφορά την ασφάλεια, είτε τη βία, είτε την πρόληψη– δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά καθημερινή ανάγκη.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλα αυτά συμβαίνουν στον πρώτο μόλις μήνα μιας χρονιάς που πολλοί ήδη φοβούνται πως θα είναι δύσκολη. Οι προσδοκίες είναι χαμηλές, η αισιοδοξία περιορισμένη και η κοινωνία μοιάζει να προετοιμάζεται ψυχολογικά για αντοχή και όχι για πρόοδο. Κι όμως, μέσα στη σκοτεινή αυτή εικόνα, υπάρχει και η ανάγκη για αναστοχασμό: τι κοινωνία θέλουμε να είμαστε, πώς προστατεύουμε τη ζωή, πώς ξαναχτίζουμε την ελπίδα.
Το πένθος για τους δώδεκα νεκρούς δεν πρέπει να μείνει μόνο στη θλίψη. Οφείλει να γίνει αφορμή για συλλογική αφύπνιση, για ουσιαστικό διάλογο και για πράξεις. Γιατί μια κοινωνία που συνηθίζει στην απώλεια, κινδυνεύει να χάσει κάτι ακόμη πιο πολύτιμο: την ανθρωπιά της.






