
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Για σχεδόν μια πενταετία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατείχε μια θέση πολιτικής ισχύος. Οι εκλογικές νίκες, η κοινοβουλευτική άνεση και η απουσία ισχυρής αντιπολίτευσης του επέτρεψαν να διαμορφώσει έναν δημόσιο λόγο περί «σταθερότητας» και «τεχνοκρατικής κανονικότητας». Ωστόσο, η εικόνα αυτή έχει αρχίσει να υποχωρεί ραγδαία . Η πολιτική κυριαρχία του Πρωθυπουργού εμφανίζει ρωγμές: κοινωνική κόπωση, εσωκομματικές εντάσεις, σκάνδαλα που διαβρώνουν το αφήγημα αξιοκρατίας και μια γενικευμένη αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα εισέρχεται σε νέα φάση ρευστότητας.
Αυτή η μεταβολή δεν εκφράζεται μόνο μέσα από δημοσκοπήσεις ή αντιδράσεις στα κοινωνικά δίκτυα· αντανακλάται στο κλίμα μέσα στη Βουλή, στις συζητήσεις εντός της Νέας Δημοκρατίας και στην αναζωπύρωση σεναρίων για κυβερνητικές λύσεις πέρα από την παρούσα μονοκομματική διακυβέρνηση. Η περίοδος της μονοκρατορίας δείχνει να πλησιάζει στο τέλος της, όχι απαραίτητα μέσω άμεσης ανατροπής, αλλά μέσω σταδιακής αποσυμπίεσης της εξουσίας και μείωσης της πολιτικής επιρροής.
Σε αυτό το περιβάλλον έχουν επανέλθει στο προσκήνιο συζητήσεις για δύο εναλλακτικές κυβερνητικές φόρμουλες: μια «μίνι οικουμενική κυβέρνηση» ή μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού. Αν και τέτοια σενάρια συχνά είναι υπερβολικά, το γεγονός ότι επανεμφανίζονται επίμονα δείχνει ότι η πολιτική σταθερότητα δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Η μίνι οικουμενική κυβέρνηση θα μπορούσε να συγκροτηθεί σε περίπτωση που το πολιτικό σύστημα οδηγηθεί σε αδιέξοδο, είτε λόγω έντονης κοινωνικής πίεσης είτε λόγω ανάγκης για συνεννόηση σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η οικονομία, το μεταναστευτικό ή θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Μια τέτοια λύση θα απαιτούσε τη συμμετοχή βασικών πολιτικών δυνάμεων, χωρίς απαραίτητα πλήρη κυβερνητική σύμπραξη, αλλά με μια συμφωνία για περιορισμένης διάρκειας συνεργασία. Παρότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτο κόμμα, ένα τέτοιο σενάριο συζητείται ως πιθανότητα εάν η πολιτική φθορά συνεχιστεί ή εάν ενταθεί η πίεση για θεσμικές τομές που δύσκολα μπορούν να περάσουν μονομερώς.
Από την άλλη, η κυβέρνηση ειδικού σκοπού αποτελεί πιο συγκεκριμένη και συχνά πιο ρεαλιστική επιλογή σε περιόδους θεσμικής κρίσης. Τυπικά αφορά μια κυβέρνηση περιορισμένης εντολής —για παράδειγμα, τη διεξαγωγή εκλογών, την ψήφιση ενός εκλογικού νόμου ή τη διαχείριση μιας κρίσης που απαιτεί συναινετική διαχείριση. Η συζήτηση για μια τέτοια κυβέρνηση συχνά αναζωπυρώνεται όταν η εμπιστοσύνη προς την εκτελεστική εξουσία φθίνει, αλλά το πολιτικό σύστημα δεν επιθυμεί την άμεση προσφυγή στις κάλπες.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν τέτοια σενάρια είναι άμεσα εφαρμόσιμα, αλλά τι σημαίνουν για τον ίδιο τον Κ. Μητσοτάκη. Το γεγονός ότι συζητούνται σοβαρά άτυπα, δείχνει ότι ο Πρωθυπουργός δεν θεωρείται πλέον ο αδιαμφισβήτητος ρυθμιστής των εξελίξεων. Η κυριαρχία του υποχωρεί όχι απαραίτητα επειδή έχει χάσει την πλειοψηφία, αλλά επειδή έχει χάσει το πλεονέκτημα του «μοναδικού πόλου σταθερότητας».
Η επόμενη περίοδος θα είναι καθοριστική. Αν ο κ.Μητσοτάκης καταφέρει να ανακτήσει τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας, τα σενάρια αυτά ίσως παραμείνουν στο περιθώριο. Αν όχι, η Ελλάδα μπορεί να εισέλθει σε μια φάση ευρύτερης διακομματικής συνεννόησης — είτε μέσα από μια μίνι οικουμενική κυβέρνηση είτε μέσα από μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού και πάντως με τον Μητσοτάκη στην άκρη …






