
ΤουΒασίλη Ταλαμάγκα
Εδώ και χρόνια, στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί μια φαινομενικά απλή και ελκυστική ιδέα: αφού ο ήλιος και ο άνεμος είναι δωρεάν, γιατί δεν είναι και το ρεύμα που παράγεται από αυτούς εξίσου φθηνό; Πολλοί πιστεύουν πως αν το σύνολο της ηλεκτροπαραγωγής βασιζόταν αποκλειστικά σε ανανεώσιμες πηγές, το κόστος για τους καταναλωτές θα ήταν σχεδόν μηδενικό. Αυτή η προσέγγιση όμως, αν και έχει κάποια λογική βάση, παραβλέπει την πραγματική πολυπλοκότητα της ενεργειακής αγοράς και τη φύση των ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας).
Κατ’ αρχάς, είναι αλήθεια ότι ο ήλιος και ο άνεμος δεν κοστίζουν τίποτα. Ωστόσο, η εκμετάλλευσή τους απαιτεί υποδομές υψηλού κόστους: φωτοβολταϊκά πάνελ, ανεμογεννήτριες, μετασχηματιστές, καλώδια, υποσταθμοί και –το πιο κρίσιμο– δίκτυα αποθήκευσης και εξισορρόπησης της παραγωγής. Επειδή ο ήλιος δεν λάμπει τη νύχτα και ο άνεμος δεν φυσά πάντα, οι ΑΠΕ είναι διακοπτόμενες πηγές ενέργειας. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να υπάρχει ένα «σύστημα στήριξης» που θα καλύπτει τη ζήτηση όταν οι καιρικές συνθήκες δεν ευνοούν την παραγωγή. Αυτό συνήθως περιλαμβάνει μονάδες φυσικού αερίου ή άλλες συμβατικές πηγές, οι οποίες πρέπει να είναι διαθέσιμες ανά πάσα στιγμή, ακόμη κι αν λειτουργούν σπάνια. Το κόστος της ετοιμότητας αυτών των μονάδων είναι υψηλό.
Επιπλέον, το δίκτυο διανομής πρέπει να αναβαθμίζεται συνεχώς ώστε να διαχειρίζεται τη μεταβλητή παραγωγή των ΑΠΕ. Οι επενδύσεις αυτές, που γίνονται κυρίως από τους διαχειριστές του συστήματος (όπως ο ΑΔΜΗΕ και ο ΔΕΔΔΗΕ), μετακυλίονται τελικά στους καταναλωτές μέσω των χρεώσεων στους λογαριασμούς ρεύματος.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι ΑΠΕ δεν διαμορφώνουν μόνες τους την τιμή της κιλοβατώρας στην αγορά. Η χονδρική τιμή ρεύματος καθορίζεται σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αγοράς, το λεγόμενο target model, στο οποίο η τελική τιμή επηρεάζεται κυρίως από την τελευταία (και ακριβότερη) μονάδα που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης. Συχνά αυτή είναι μονάδα φυσικού αερίου, ειδικά όταν οι ΑΠΕ δεν επαρκούν.
Άλλος ένας παράγοντας που παρεξηγείται είναι οι επιδοτήσεις. Πολλά έργα ΑΠΕ αναπτύχθηκαν και λειτουργούν με εγγυημένες τιμές, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της αγοράς, για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα της επένδυσης. Αυτές οι επιδοτήσεις προέρχονται από το Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που πληρώνει κάθε καταναλωτής μέσω του λογαριασμού του.
Τέλος, το κόστος του ρεύματος επηρεάζεται και από άλλες παραμέτρους, όπως οι διεθνείς τιμές ενέργειας, οι φόροι, τα τέλη δικτύου και οι δημοπρασίες ενέργειας. Δεν είναι λοιπόν ρεαλιστικό να περιμένει κανείς ότι η μετάβαση σε ένα σύστημα 100% ΑΠΕ θα φέρει αυτόματα πολύ φθηνότερο ρεύμα στον τελικό καταναλωτή.
Στην πράξη λοιπόν ο «μύθος» του τσάμπα ρεύματος από τον ήλιο και τον άνεμο είναι προϊόν μιας υπεραπλουστευμένης λογικής. Οι ΑΠΕ είναι απαραίτητες για την ενεργειακή μετάβαση και την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά το χαμηλό κόστος παραγωγής τους δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε φθηνό ρεύμα για όλους. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται ένα ολοκληρωμένο και έξυπνο ενεργειακό σύστημα, με υποδομές, αποθήκευση, σταθερούς κανόνες αγοράς και ορθολογική τιμολόγηση. Και η υπάρχουσα σημερινή κατάσταση κάθε άλλο παρα διεπεται από αυτές τις αρχές .






