Γράφει ο Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Λεωνίδας Χρ. Στάμος
Υπάρχει μια νομική ατοπία που διατρέχει εδώ και χρόνια την ελληνική τραπεζική πραγματικότητα και η οποία, αν δεν ήταν τόσο ακριβή για τους δανειολήπτες, θα άξιζε να την πλαισιώσουμε με θαυμασμό για την εφευρετικότητά της. Το σκεπτικό είναι απλό: ό,τι το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι δεν μπορεί να κάνει ο Υπουργός Οικονομικών με υπουργική απόφαση, το κάνουν ανενόχλητα οι τράπεζες με μια κλαύσουλα — έναν δεσμευτικό συμβατικό όρο — στα ψιλά γράμματα της δανειακής σύμβασης.
Το ιστορικό είναι το εξής: Από το 1976, ο νόμος 128/1975 επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα μια εισφορά υπέρ ειδικού κρατικού λογαριασμού. Ο νόμος είναι σαφής: υπόχρεα είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Όχι οι δανειολήπτες. Όχι οι αγρότες που πήραν κτηνοτροφικό δάνειο. Όχι τα νοικοκυριά που υπέγραψαν στεγαστικό. Οι τράπεζες.
Το 2014, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3164/2014 απόφασή του και έκρινε κάτι κρίσιμο: η εισφορά αυτή δεν έχει συμβατικό χαρακτήρα. Επιβάλλεται μονομερώς από το Κράτος, χωρίς αντάλλαγμα, υπηρετεί δημόσιους σκοπούς και, ως εκ τούτου, έχει τον χαρακτήρα φόρου. Μάλιστα, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο προχώρησε στην ακύρωση υπουργικής απόφασης που επιχείρησε να διευρύνει τον κύκλο των υπόχρεων πέραν όσων ο νόμος ορίζει. Ο Υπουργός, με άλλα λόγια, δεν μπορούσε να αλλάξει ποιος πληρώνει τον φόρο. Το Σύνταγμα το απαγορεύει ρητά: το υποκείμενο της φορολογίας ορίζεται αποκλειστικά με τυπικό νόμο.
Κι όμως, στο ίδιο διάστημα, εκατοντάδες χιλιάδες δανειακές συμβάσεις ελληνικών τραπεζών περιείχαν — και εξακολουθούν να περιέχουν — έναν Γενικό Όρο Συναλλαγών με τον οποίο η εισφορά του ν. 128/1975 μετακυλίεται στον δανειολήπτη. Αθόρυβα, τυποποιημένα, χωρίς διαπραγμάτευση και χωρίς η άλλη πλευρά να έχει καμία πρακτική δυνατότητα άρνησης. Πάρε το δάνειο με τον όρο ή μην το πάρεις καθόλου.
Τα ελληνικά δικαστήρια, όταν καλούνται να κρίνουν τη νομιμότητα αυτής της πρακτικής, επικαλούνται παγίως την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας: εφόσον ο νόμος δεν απαγορεύει ρητά τη μετακύλιση, αυτή επιτρέπεται. Το επιχείρημα ακούγεται εύλογο μέχρι να το εξετάσει κανείς προσεκτικά. Διότι η λογική «ό,τι δεν απαγορεύεται επιτρέπεται» ισχύει στις ιδιωτικές συμβάσεις — όχι όταν το αντικείμενο της συμφωνίας είναι η μεταβολή φορολογικής υποχρέωσης. Εκεί ισχύει ακριβώς το αντίθετο: χρειάζεται ρητό νομοθετικό έρεισμα. Και αυτό δεν υπάρχει.
Το αποτέλεσμα είναι μια νομική ατοπία αξιοζήλευτης κομψότητας: ο Υπουργός Οικονομικών, με όλη την κανονιστική του εξουσία, δεν μπορεί να μετακυλίσει τον φόρο στους δανειολήπτες — το ΣτΕ του το απαγόρευσε. Αλλά η τράπεζα, με μια πρότυπη σύμβαση που υπογράφεται σε λίγα λεπτά, το κάνει χωρίς πρόβλημα. Ο Υπουργός υπερβαίνει την εξουσιοδότησή του· η τράπεζα απλώς «χρησιμοποιεί την ιδιωτική αυτονομία».
Αν η λογική αυτή ευσταθεί, τότε οι ιδιώτες έχουν στη διάθεσή τους ένα νομικό εργαλείο ισχυρότερο από εκείνο της Διοίκησης. Πράγμα που δεν είναι απλώς παράδοξο — είναι συνταγματικά αδύνατο.
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο ένα μικρό ποσοστό επιτοκίου. Αφορά μια αρχή: ποιος έχει την εξουσία να ορίζει ποιος πληρώνει τους φόρους σε ένα κράτος δικαίου. Η απάντηση, τουλάχιστον κατά το Σύνταγμα, δεν είναι οι τράπεζες.






