Του Ειδικού Συνεργάτη Κ.Α. Γαυδιώτη
Σήμερα, Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026, η ελληνική υπόθεση του σκανδάλου των Υποκλοπών πέρασε από τη ζώνη των υπαινιγμών στη ζώνη της δικαστικής κρίσης. Το Β’ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ενόχους τους τέσσερις κατηγορούμενους και επέβαλε, κατά συγχώνευση, συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών στον καθένα, με εκτιτέα τα 8 έτη, ενώ δόθηκε αναστολή μέχρι την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό. Απορρίφθηκαν τα αιτήματα για ελαφρυντικά. Παράλληλα, η υπόθεση δεν «κλείνει». Αντίθετα, ανοίγει δεύτερος κύκλος διερεύνησης, με διαβίβαση δικογραφίας και πρακτικών στην Εισαγγελία για περαιτέρω έρευνα και για άλλα πρόσωπα, αλλά και για το ενδεχόμενο Κατασκοπείας.
Η εικόνα που προκύπτει είναι πολιτικά εκρηκτική, αλλά το πραγματικό νόημα είναι διεθνές. Αν η Ελλάδα είναι η σκηνή, το έργο είναι παγκόσμιο… μια βιομηχανία εμπορικών spyware, που πουλά ικανότητα διείσδυσης σε συσκευές και επικοινωνίες, με εταιρικά πλέγματα, με διεθνείς διαδρομές, με «γκρίζες» εξαγωγές, με πελάτες που άλλοτε είναι κράτη και άλλοτε μοιάζουν με κράτη στα χαρτιά, αλλά στην πράξη λειτουργούν σαν παράλληλοι μηχανισμοί ισχύος.
Το έγκλημα της «Κατασκοπείας» μπήκε στο επίκεντρο, και αυτό αλλάζει το πολιτικό πλαίσιο
Η πιο βαριά πολιτικά λεπτομέρεια της σημερινής εξέλιξης δεν είναι μόνο ότι υπήρξε καταδίκη. Είναι ότι το Δικαστήριο και η εισαγγελική πρόταση που υιοθετήθηκε έφεραν στο τραπέζι το ερώτημα της Κατασκοπείας, ως αντικείμενο περαιτέρω διερεύνησης.
Και εδώ αξίζει να είμαστε καθαροί. Άλλο η «Κατασκοπεία» ως κοινή λογική, άλλο ως νομικός χαρακτηρισμός. Στην κοινή λογική, όταν ένα εργαλείο μπορεί να “μπει” σε κινητά και να υποκλέψει συνομιλίες, επαφές, αρχεία, κινήσεις και σχέσεις, τότε μιλάμε για πράξη που μοιάζει με Κατασκοπεία. Στον Ποινικό Κώδικα, όμως, το αδίκημα έχει συγκεκριμένα στοιχεία, γι’ αυτό και σήμερα η καταδίκη αφορά συγκεκριμένα πλημμελήματα (παραβίαση απορρήτου, παράνομη πρόσβαση, επέμβαση σε δεδομένα). Το κρίσιμο είναι ότι, με τη σημερινή απόφαση, η Δικαιοσύνη έδειξε πως βλέπει το βάθος της υπόθεσης και ζητά να ελεγχθεί και η διάσταση που υπερβαίνει το «ιδιωτικό έγκλημα» και ακουμπά ζητήματα Εθνικής Ασφάλειας και ξένου παράγοντα.
Αν το δει κάποιος γεωπολιτικά, αυτό είναι το σημείο καμπής. Γιατί, όταν μια δικογραφία ανοίγει την πόρτα σε έρευνα για «Κατασκοπεία», τότε η υπόθεση παύει να είναι απλώς “ένα σκάνδαλο παραβίασης ιδιωτικότητας”. Γίνεται υπόθεση αντιπληροφοριών. Και εκεί, κάθε χώρα κρίνεται όχι από τα λόγια της, αλλά από τους μηχανισμούς της.
Η σημερινή ετυμηγορία δείχνει πώς «δένουν» τέτοιες υποθέσεις… ίχνη, όγκοι, παθόντες, συρροές
Η σημερινή δικαστική κρίση δεν στάθηκε σε γενικότητες. Αναφέρθηκε σε κοινό δόλο και οργανωμένη δράση, σε πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και συνδιαλέξεις, και σε πραγματική συρροή για μεγάλο αριθμό παθόντων. Από τις πράξεις που εξετάστηκαν, το Δικαστήριο κατέληξε σε πραγματική συρροή εγκλημάτων για 87 παθόντες. Για 108 παθόντες που δεν είχαν υποβάλει έγκληση, παύθηκε οριστικά η ποινική δίωξη. Επιπλέον, καταγράφηκε ότι τρεις περιπτώσεις που αρχικά αντιμετωπίζονταν ως απόπειρες, «αναβαθμίστηκαν» σε τετελεσμένες, επειδή προέκυψε ότι τα θύματα ενεργοποίησαν τους μολυσμένους συνδέσμους.
Αυτές οι λεπτομέρειες δεν είναι τεχνικές. Είναι πολιτικές. Δείχνουν πώς ένα spyware μετατρέπει την ίδια την καθημερινή επικοινωνία σε πεδίο επίθεσης, και πώς η Δικαιοσύνη σκοντάφτει σε ένα διαχρονικό πρόβλημα… χωρίς έγκληση, χωρίς επαρκή πρόσβαση θυμάτων στην πληροφορία, χωρίς θεσμική υποστήριξη, ένα κομμάτι της αλήθειας χάνεται μέσα στη διαδικασία.
Την ώρα λοιπόν, που στην Αθήνα μια πολύκροτη Δίκη για το Predator τελείωσε με Απόφαση καταπέλτη κατά της Κυβέρνησης αλλά ακόμα και κατά αποφάσεων της Ανώτατης Δικαιοσύνης, το πιο χρήσιμο πλαίσιο για να τη διαβάσουμε δεν είναι στενά «ελληνικό». Είναι διεθνές. Γιατί τα εμπορικά spyware δεν είναι απλώς ένα ακόμη ψηφιακό έγκλημα. Είναι μια παγκόσμια βιομηχανία υποκλοπών/παρακολουθήσεων, που κινείται ανάμεσα σε κράτη, εταιρείες, Υπηρεσίες Πληροφοριών και Ασφαλείας και γκρίζες ζώνες δικαίου. Και, όπως σε κάθε αγορά «όπλων», η γεωπολιτική δεν είναι φόντο. Είναι μέρος του προϊόντος.
Η κλασική αφήγηση λέει ότι αυτά τα εργαλεία φτιάχτηκαν για «Εθνική Ασφάλεια». Στην πράξη, όμως, η ιστορία σε πολλές χώρες μοιάζει με φωτοτυπία. Αγοράζεις μια τεχνολογία με πρόσχημα τον κίνδυνο, τη διαχειρίζεσαι σε καθεστώς μυστικότητας, και μετά αρχίζουν να εμφανίζονται στόχοι που δεν έχουν σχέση με τρομοκρατία ή οργανωμένο έγκλημα. Αντίπαλοι πολιτικοί, διαφωνούντες υπάλληλοι, Δημοσιογράφοι, ακτιβιστές, άνθρωποι που απλώς ξέρουν πολλά.
Το spyware ως «εξαγώγιμο» προϊόν ισχύος
Το κρίσιμο είναι να καταλάβουμε τι ακριβώς αγοράζει ένας πελάτης σε αυτή την αγορά. Δεν αγοράζει μόνο “software”. Αγοράζει ικανότητα εισχώρησης. Αγοράζει γνώση ευπαθειών. Αγοράζει υποδομή. Αγοράζει υπηρεσία. Και, τελικά, αγοράζει την αίσθηση ότι μπορεί να παρακάμψει εγγυήσεις δικαίου χωρίς να αφήσει εύκολα ίχνη. Γι’ αυτό και οι ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια μιλούν ανοιχτά για “commercial spyware” ως ζήτημα Εθνικής Ασφάλειας, όχι μόνο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η αμερικανική πολιτική είναι ενδεικτική: από τη μία, απαγορεύσεις και περιορισμοί για την ίδια την ομοσπονδιακή χρήση, από την άλλη, κυρώσεις και εμπορικά «μπλόκα» σε εταιρείες του κλάδου. Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι καθαρή γεωπολιτική… το mercenary spyware αντιμετωπίζεται σαν επικίνδυνο διπλής χρήσης αγαθό, που μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ, ακόμη και εναντίον κρατικών θεσμών και αξιωματούχων.
Ισραήλ και η «σχολή» του offensive cyber, χωρίς μύθους
Στη δημόσια συζήτηση, ειδικά σε περιόδους έντασης, εμφανίζονται εύκολα χονδροειδείς αφηγήσεις τύπου «το Ισραήλ ελέγχει τα πάντα». Αυτά δεν είναι ανάλυση. Είναι θόρυβος, συχνά με επικίνδυνο, στοχοποιητικό υπόβαθρο. Δεν χρειάζονται για να εξηγήσεις το φαινόμενο.
Αυτό που χρειάζεται είναι κάτι πιο απλό και πιο τεκμηριωμένο… το Ισραήλ έχει ισχυρό σύστημα offensive cyber, με εταιρείες και στελέχη που προέρχονται συχνά από κρατικές δομές πληροφοριών. Ορισμένες από αυτές τις εταιρείες βρέθηκαν σε καθεστώς βαριών αμερικανικών περιορισμών. Χαρακτηριστικά, αμερικανικά έγγραφα για το “Entity List” αναφέρουν ότι εταιρείες όπως η NSO Group και η Candiru προστέθηκαν λόγω στοιχείων ότι ανέπτυξαν και προμήθευσαν spyware που χρησιμοποιήθηκε για κακόβουλη στόχευση κυβερνητικών αξιωματούχων, δημοσιογράφων, ακτιβιστών, ακαδημαϊκών και άλλων.
Η ουσία είναι ότι η αγορά αυτή παράγει «εξαγώγιμη ισχύ». Και η ισχύς, όταν εξάγεται, πάντα δημιουργεί πολιτικές εξαρτήσεις, αλληλεπιδράσεις με άδειες εξαγωγής, διπλωματικές ισορροπίες και διεθνείς τριβές.
Predator και Intellexa – Η ευρωπαϊκή “γκρίζα ζώνη” που ενόχλησε την Ουάσιγκτον
Η υπόθεση Predator είναι κομβική γιατί δείχνει πώς η αγορά αυτή «πατά» πάνω σε ευρωπαϊκά καθεστώτα δικαίου, χρησιμοποιεί εταιρικά πλέγματα και μετακινείται με μεγάλη άνεση.
Οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στην Intellexa και σε πρόσωπα που συνδέθηκαν μαζί της, περιγράφοντας το Predator ως σουίτα που, μετά τη μόλυνση μιας συσκευής, επιτρέπει εξαγωγή δεδομένων, γεωεντοπισμό και πρόσβαση σε εφαρμογές και προσωπικές πληροφορίες.
Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά έχει χρησιμοποιήσει και το εργαλείο των εμπορικών περιορισμών: το 2023 το Bureau of Industry and Security πρόσθεσε οντότητες όπως Intellexa (στην Ελλάδα) και Cytrox (στην Ουγγαρία), μαζί με άλλες συνδεδεμένες εταιρείες, στην Entity List, μιλώντας για “trafficking in cyber exploits” που απειλεί την ιδιωτικότητα και την ασφάλεια οργανισμών και ατόμων παγκοσμίως
Αν τα διαβάσεις αυτά ως γεωπολιτική, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο… η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει το mercenary spyware ως απειλή που διασχίζει συμμαχίες, σύνορα και «φιλικές» δικαιοδοσίες. Δεν τη νοιάζει μόνο τι κάνουν τα αυταρχικά καθεστώτα. Τη νοιάζει και το πού βρίσκουν στέγη τέτοιες βιομηχανίες, πώς ξεπλένονται εταιρικά και πώς επανεμφανίζονται με νέα σχήματα.
Η αμερικανική αντίφαση – Απαγορεύσεις, αλλά και ζήτηση
Εδώ υπάρχει μια αλήθεια που συχνά αποσιωπάται. Η Δύση θέλει να περιορίσει τα spyware, αλλά ταυτόχρονα υπηρεσίες της εξακολουθούν να τα κοιτάζουν ως «επιχειρησιακή λύση».
Το 2023 εκδόθηκε το Executive Order 14093, που θέτει ως πολιτική των ΗΠΑ να μην γίνεται επιχειρησιακή χρήση εμπορικών spyware όταν υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι Κατασκοπείας – Αντικατασκοπείας, Ασφάλειας ή κίνδυνοι κατάχρησης από ξένο κράτος ή φορέα. Δεν είναι γενικό ευχολόγιο. Περιγράφει διαδικασίες ελέγχου, αξιολογήσεις, υποχρεώσεις διακοπής χρήσης και απαγόρευση να «βαφτίζεις» έμμεση χρήση μέσω τρίτου ως κάτι νόμιμο.
Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, βλέπουμε την πίεση της ζήτησης. Η υπόθεση της Paragon Solutions και του εργαλείου Graphite, με συμβόλαιο για χρήση από την ICE που τέθηκε υπό έλεγχο συμμόρφωσης, δείχνει ότι ακόμη και σε Δημοκρατίες το ένστικτο των Αρχών Ασφαλείας είναι να κρατήσουν πρόσβαση σε τέτοιες δυνατότητες.
Αυτό είναι γεωπολιτική στην πράξη… δεν αρκεί να καταγγείλεις τους «κακούς χρήστες». Πρέπει να αλλάξεις το μοντέλο κινήτρων. Αλλιώς, η αγορά θα επιβιώνει, επειδή η ζήτηση θα επιβιώνει.
Περίπτωση Μεξικού – Όταν το «αντικαρτέλ» αφήγημα γεννά εσωτερικό πόλεμο επιτήρησης
Το Μεξικό είναι το πιο καθαρό παράδειγμα του πώς μια χώρα μπορεί να γίνει ταυτόχρονα πεδίο μάχης οργανωμένου εγκλήματος και πελάτης τεχνολογιών υποκλοπής, με αποτελέσματα που τελικά γυρίζουν εναντίον της Δημοκρατίας της.
Η τεκμηρίωση για το Pegasus είναι βαριά… το Citizen Lab, με τεχνική στήριξη προς τη μεξικανική οργάνωση R3D, κατέγραψε μολύνσεις δημοσιογράφων και υπερασπιστή δικαιωμάτων την περίοδο 2019 ως 2021, ακόμη και μετά από δημόσιες διαβεβαιώσεις ότι η κυβέρνηση δεν θα το χρησιμοποιεί.
Δεν έχει σημασία μόνο «ποιος το πάτησε». Έχει σημασία τι επιτρέπει το σύστημα. Σε ένα περιβάλλον όπου η διαφθορά και οι διασυνδέσεις με εγκληματικές δομές είναι μόνιμο τραύμα, το spyware γίνεται πολλαπλασιαστής ισχύος για όποιον έχει πρόσβαση, νόμιμη ή παράνομη. Και εδώ μπαίνει το στοιχείο των καρτέλ ναρκωτικών και λαθρεμπορίας χωρίς μυθολογία.
Υπάρχουν αξιόπιστες αναφορές που δείχνουν ότι οι εγκληματικές οργανώσεις επενδύουν ενεργά σε τεχνολογίες υποκλοπών, πρόσβαση σε δεδομένα και υποδομές παρακολούθησης. Σε έκθεση που επικαλείται το Reuters, το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης ανέφερε ότι χάκερ που δούλευε για το καρτέλ Σιναλόα απέσπασε τηλεφωνικά δεδομένα αξιωματούχου του FBI και χρησιμοποίησε σύστημα καμερών της Πόλης του Μεξικού για να παρακολουθεί κινήσεις και επαφές, με στόχο τον εντοπισμό informants.
Αυτό δεν λέει ότι «το καρτέλ αγόρασε Pegasus». Λέει κάτι πιο ανησυχητικό: ότι η τεχνολογία υποκλοπών, τα δεδομένα θέσης και τα δίκτυα παρακολούθησης είναι πλέον πεδίο όπου συναντιούνται κράτος, αγορά και οργανωμένο έγκλημα. Και όταν η γραμμή ανάμεσα σε νόμιμη χρήση και κατάχρηση είναι θολή, οι εγκληματικές δομές βρίσκουν δρόμο.
Η Ελλάδα μέσα στο διεθνές παζλ, όχι ως «εξαίρεση»
Η ελληνική ιστορία, είτε την δεις ως πολιτικό σκάνδαλο είτε ως θεσμική αποτυχία, βρίσκεται πάνω στην ίδια ράγα… αδύναμη λογοδοσία, υπερσυγκέντρωση μυστικότητας, και μια αγορά που δουλεύει καλύτερα όταν η κοινωνία δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς συζητά.
Το σημαντικό διεθνώς είναι ότι το Predator δεν είναι «ελληνικό προϊόν». Είναι μέρος μιας αλυσίδας. Και η αλυσίδα αυτή έχει απασχολήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέσω της PEGA, η οποία έβαλε στο μικροσκόπιο την κατάχρηση spyware στην ΕΕ και έκανε αποστολές και ακροάσεις που περιλάμβαναν και χώρες όπως η Ελλάδα και το Ισραήλ.
Ταυτόχρονα, η διεθνής εικόνα δείχνει ότι το Predator εξακολουθεί να εμφανίζεται σε στοχεύσεις δημοσιογράφων και εκτός Ευρώπης. Το Reuters ανέφερε πρόσφατα υπόθεση στην Αγκόλα, όπου δημοσιογράφος φέρεται να μολύνθηκε μέσω μηνυμάτων και κλικ σε σύνδεσμο, με αποτέλεσμα πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συσκευής του.
Με άλλα λόγια, δεν μιλάμε για ένα «παλιό σκάνδαλο». Μιλάμε για ενεργή διεθνή αγορά.
Το πραγματικό ερώτημα γεωπολιτικής – Ποιος βάζει κανόνες στην ιδιωτική βιομηχανία υποκλοπών;
Αν προσπαθήσεις να βγάλεις συμπέρασμα από όλες αυτές τις διαδρομές, η απάντηση δεν είναι «φταίει η μία χώρα» ή «φταίει ο ένας λαός». Η απάντηση είναι ότι το mercenary spyware έγινε διεθνές προϊόν ισχύος, χωρίς επαρκείς κανόνες, με κίνητρο το κέρδος, με δικαιολογία την ασφάλεια και με πραγματικό κόστος τη Δημοκρατία.
Η αμερικανική στρατηγική δείχνει μια κατεύθυνση… περιορίζω τη χρήση μου, κυνηγάω την αλυσίδα με κυρώσεις και εμπορικά εμπόδια, και προσπαθώ να δημιουργήσω «κόστος» για τις εταιρείες και τους πελάτες τους.
Το ευρωπαϊκό πρόβλημα είναι ότι συχνά μένει στο επίπεδο της καταγγελίας, ενώ οι εταιρικές διαδρομές κινούνται γρήγορα. Κι έτσι η ΕΕ κινδυνεύει να γίνει είτε πεδίο στόχευσης, είτε καταφύγιο εταιρικών σχημάτων, είτε και τα δύο.
Το συμπέρασμα για την Ελλάδα, αλλά και για κάθε Δημοκρατία που θέλει να επιβιώσει στη νέα εποχή, δεν είναι να φωνάζει «εμείς δεν κάνουμε αυτά». Είναι να χτίσει μηχανισμούς που να τα καθιστούν αδύνατα ή, τουλάχιστον, ακριβότερα και πιο ριψοκίνδυνα.
Αυτό σημαίνει αυστηρή θεσμική εποπτεία, πραγματική δυνατότητα ανεξάρτητου ελέγχου, καθαρούς κανόνες για το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, και διεθνή συνεργασία που δεν θα σταματά στις δηλώσεις. Γιατί το mercenary spyware δεν είναι “cyber”. Είναι εξουσία. Και η εξουσία χωρίς λογοδοσία, σε οποιαδήποτε χώρα, καταλήγει πάντα στο ίδιο σημείο: να στοχεύει αυτούς που ενοχλούν.
Το συμπέρασμα μετά τη σημερινή Δικαστική Απόφαση – Η Ελλάδα δεν μπορεί να το δει ως “κλειστό κεφάλαιο”
Η σημερινή καταδίκη είναι ορόσημο, αλλά δεν είναι το τέλος. Είναι αρχή ενός πιο δύσκολου κεφαλαίου… πώς μια ευρωπαϊκή χώρα χτίζει πραγματική άμυνα απέναντι σε μια διεθνή αγορά “mercenary spyware”.
Αν κάτι δείχνει η σημερινή δικαστική εξέλιξη, είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι «μία παρανομία». Είναι η ύπαρξη μιας αγοράς ισχύος, που χωρίς αυστηρούς κανόνες γίνεται πολιτικό όπλο. Και όταν η ίδια η δικαστική διαδικασία φτάνει να ανοίγει θέμα Κατασκοπείας, τότε δεν μιλάμε μόνο για «υποκλοπές». Μιλάμε για πιθανή διάρρηξη του ίδιου του πυρήνα της κρατικής ασφάλειας.
Αυτό είναι, τελικά, ο πολιτικός κόλαφος… όχι μόνο ότι υπήρξε καταδίκη, αλλά ότι η υπόθεση, αντί να μικρύνει, θεσμικά μεγαλώνει. Και όσο μεγαλώνει, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για οποιαδήποτε Κυβέρνηση να κρυφτεί πίσω από τη φράση «ας μιλήσει η Δικαιοσύνη».
Η Δικαιοσύνη μίλησε. Και είπε ότι υπάρχει υπόθεση. Και ότι υπάρχει συνέχεια.






