
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η φράση της Τουρκικής Προεδρίας ότι στη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν «όλα θα είναι στο τραπέζι» δεν είναι τυχαία ούτε αθώα. Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια πάγια τουρκική στρατηγική διεύρυνσης της ατζέντας των ελληνοτουρκικών διαφορών, με στόχο να τεθούν προς συζήτηση ζητήματα που η Ελλάδα θεωρεί ανύπαρκτα ή λήξαντα βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
Για την Άγκυρα, το «όλα στο τραπέζι» σημαίνει ότι πέρα από τη μοναδική νομική διαφορά που αναγνωρίζει η Αθήνα —την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ— η Τουρκία επιθυμεί να συζητηθούν θέματα όπως η αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, το εύρος του εναέριου χώρου, οι «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο, ακόμα και ζητήματα που αφορούν την κυριαρχία νησιών και βραχονησίδων. Παράλληλα, επανέρχεται συχνά η τουρκική ρητορική περί «δικαιωμάτων» της μειονότητας στη Θράκη, επιχειρώντας να συνδέσει εσωτερικά ελληνικά ζητήματα με τη διμερή ατζέντα.
Η τουρκική πλευρά χρησιμοποιεί τέτοιες διατυπώσεις αφενός για να στείλει μήνυμα στο εσωτερικό της ακροατήριο ότι δεν υποχωρεί στις πάγιες διεκδικήσεις της, αφετέρου για να ασκήσει διπλωματική πίεση στην Ελλάδα, εμφανίζοντας τη συζήτηση ως «πακέτο». Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκει να μετατρέψει μια καθαρά νομική διαφορά σε πολιτική διαπραγμάτευση ευρείας κλίμακας.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η Ελλάδα διατηρεί ξεκάθαρες και αδιαπραγμάτευτες κόκκινες γραμμές. Πρώτον, δεν αποδέχεται την ύπαρξη άλλων διαφορών πέραν της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας, είτε στο Αιγαίο είτε στην Ανατολική Μεσόγειο, απορρίπτεται κατηγορηματικά. Δεύτερον, η Αθήνα δεν συζητά θέματα αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, καθώς αυτά απορρέουν από το δικαίωμα νόμιμης άμυνας, όπως προβλέπεται από τον Χάρτη του ΟΗΕ, ειδικά υπό τη διαρκή απειλή του τουρκικού casus belli.
Επιπλέον, η Ελλάδα επιμένει ότι οποιαδήποτε πρόοδος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις πρέπει να βασίζεται στο Διεθνές Δίκαιο και στο Δίκαιο της Θάλασσας, και όχι σε διμερείς πολιτικές συναλλαγές. Η προσφυγή στη Χάγη παραμένει στο τραπέζι μόνο εφόσον υπάρξει σαφής συμφωνία για το αντικείμενο της διαφοράς.
Συνεπώς, η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, παρά το θετικό κλίμα διαλόγου που επιχειρείται να καλλιεργηθεί, δεν αναμένεται να οδηγήσει σε ουσιαστικές υποχωρήσεις από ελληνικής πλευράς. Ο διάλογος είναι χρήσιμος για τη διατήρηση της σταθερότητας και την αποφυγή κρίσεων, αλλά οι ελληνικές κόκκινες γραμμές παραμένουν σαφείς: κυριαρχία, διεθνές δίκαιο και μία και μόνη διαφορά προς επίλυση.






