
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η διαρροή ενός «non paper» από τραπεζικούς κύκλους, με αφορμή την απόφαση του Άρειου Πάγου για τον επανυπολογισμό των τόκων στο πλαίσιο του Νόμου Κατσέλη, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα επικοινωνιακής πίεσης. Μια δικαστική εξέλιξη που προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση σε χιλιάδες δανειολήπτες παρουσιάζεται ως παράγοντας αποσταθεροποίησης, την ώρα που οι ίδιες οι τράπεζες δεν επιδεικνύουν αντίστοιχη αυτοσυγκράτηση στη διαχείριση των οικονομικών τους επιλογών.
Στο επίμαχο κείμενο επιστρατεύονται σενάρια υψηλού κινδύνου: γίνεται λόγος για χρηματοδοτικό κενό ύψους 1 δισ. ευρώ, για ενδεχόμενη ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων και για πλήγμα στη διεθνή αξιοπιστία της χώρας. Καλλιεργείται η εικόνα μιας αιφνίδιας απειλής που μπορεί να οδηγήσει σε πάγωμα στεγαστικών δανείων και σε αύξηση των πλειστηριασμών. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική της καταστροφής, τα δεδομένα των τελευταίων ετών δείχνουν ότι οι συστημικές τράπεζες λειτούργησαν μέσα σε ένα περιβάλλον σημαντικής οικονομικής άνεσης.
Την περίοδο 2020–2025 καταγράφηκαν υψηλές αμοιβές και bonus στελεχών που συνολικά κυμάνθηκαν μεταξύ 50 και 70 εκατ. ευρώ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι αυξήσεις στις αποδοχές κορυφαίων διοικήσεων έφτασαν έως και το 500%. Παράλληλα, διατέθηκαν περισσότερα από 450 εκατ. ευρώ για rebranding, καμπάνιες προβολής και χορηγίες, ενώ περίπου 1 δισ. ευρώ κατευθύνθηκε σε συμβουλευτικές υπηρεσίες, εκδηλώσεις και λοιπές λειτουργικές δαπάνες υψηλού κόστους. Συνολικά, προκύπτει επιβάρυνση που εκτιμάται μεταξύ 1,1 και 1,8 δισ. ευρώ, ποσό που σχετίζεται κυρίως με στρατηγικές αυτοπροβολής και ανταμοιβής στελεχών και όχι με άμεση ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας.
Την ίδια στιγμή, περισσότερα από 8.300 οικιστικά ακίνητα παραμένουν κλειστά στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών. Αντί να διοχετευθούν στην αγορά ώστε να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών και να περιοριστούν οι πιέσεις στα ενοίκια, επιλέγεται η διακράτησή τους, ακόμη και με το κόστος αυξημένης φορολογικής επιβάρυνσης. Η αντίφαση είναι εμφανής: ενώ προβάλλεται η ανάγκη προστασίας της στεγαστικής πίστης, δεν αξιοποιούνται διαθέσιμα εργαλεία που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αποκλιμάκωση της στεγαστικής κρίσης.
Η επίκληση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της ασφάλειας δικαίου είναι θεμιτή. Ωστόσο, οι αρχές αυτές δεν μπορούν να εφαρμόζονται επιλεκτικά. Η ασφάλεια δικαίου αφορά εξίσου τον δανειολήπτη και όχι μόνο τις αποδόσεις των τραπεζών ή των funds. Όταν μια δικαστική απόφαση που ενισχύει τους πολίτες παρουσιάζεται ως συστημικός κίνδυνος, η συζήτηση μετατοπίζεται από την ουσία στη δημιουργία κλίματος φόβου. Η ισορροπία μεταξύ σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και κοινωνικής δικαιοσύνης απαιτεί διαφάνεια, υπευθυνότητα και δίκαιη κατανομή των βαρών, όχι δραματοποίηση και επικοινωνιακή πίεση.
Αλλιώς η καταιγίδα ως φαινόμενο μπορεί να είναι σχετικά σπάνιο, αλλά πάντα έρχεται …..






