Η πολιτική ιστορία γράφεται συχνά με αντιφάσεις, αλλά σπάνια με τόσο έντονη ειρωνεία όσο αυτή που βιώνουμε σήμερα. Ένα κυβερνών κόμμα που πριν από λίγα χρόνια κατέγραψε εντυπωσιακά ποσοστά στήριξης στον αγροτικό κόσμο, εμφανίζεται πλέον να αντιμετωπίζει τους ίδιους αυτούς πολίτες όχι ως κοινωνικούς εταίρους, αλλά ως πρόβλημα προς καταστολή. Η εικόνα μιας κυβέρνησης που απαντά στα αιτήματα με εισαγγελείς, δικαστικές αποφάσεις και αστυνομικές δυνάμεις δεν συνιστά απλώς πολιτικό λάθος· αποτελεί ένδειξη βαθιάς κυβερνητικής χρεοκοπίας.
Οι αγρότες δεν είναι μια «μειοψηφία ταραχοποιών», όπως συχνά επιχειρείται να παρουσιαστούν. Είναι ένας βασικός πυλώνας της παραγωγικής οικονομίας, άνθρωποι που παλεύουν με το αυξημένο κόστος ενέργειας, τα καύσιμα, τις ζωοτροφές, τις χαμηλές τιμές παραγωγού και τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης. Όταν αυτοί οι άνθρωποι κατεβαίνουν στους δρόμους, δεν το κάνουν από ιδεολογική εμμονή, αλλά από ανάγκη επιβίωσης.
Το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία είχε καταφέρει να αποσπάσει την εμπιστοσύνη περίπου του μισού αγροτικού σώματος καθιστά τη σημερινή στάση της ακόμη πιο προβληματική. Αντί για διάλογο, ουσιαστικές λύσεις και ένα συνεκτικό σχέδιο αγροτικής πολιτικής, επιλέγεται η οδός της αυστηρότητας και της ποινικοποίησης των κινητοποιήσεων. Η μετάβαση από τις προεκλογικές υποσχέσεις στην αστυνομική παρουσία στους δρόμους είναι απότομη και αποκαλυπτική.
Μια κυβέρνηση που αισθάνεται ισχυρή πολιτικά δεν φοβάται τη διαμαρτυρία. Την ακούει, τη διαπραγματεύεται και, στο μέτρο του εφικτού, απαντά. Όταν όμως επιστρατεύει τους μηχανισμούς καταστολής για να επιβάλει «τάξη», αυτό μαρτυρά αδυναμία. Μαρτυρά ότι το αφήγημα επιτυχίας δεν αντέχει την επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα.
Η κυβερνητική χρεοκοπία δεν μετριέται μόνο με οικονομικούς δείκτες. Μετριέται με τη διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην εξουσία και τους πολίτες. Όταν οι αγρότες αισθάνονται ότι το κράτος στέκεται απέναντί τους και όχι δίπλα τους, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό· είναι βαθιά πολιτικό.
Τελικά, η εικόνα μιας κυβέρνησης που απαντά στη λαϊκή δυσαρέσκεια με συλλήψεις και δικαστικές κινήσεις δεν συνιστά «νόμο και τάξη», αλλά πολιτική ένδεια. Και αυτή η ένδεια, αργά ή γρήγορα, επιστρέφει στην κάλπη. Γιατί οι κοινωνίες μπορεί να σιωπούν προσωρινά, αλλά δεν ξεχνούν εύκολα ποιος τους άκουσε και ποιος τους αντιμετώπισε με γκλομπ και κλητεύσεις.






