
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η επίθεση που δέχεται η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι μια συνηθισμένη δημόσια αντιπαράθεση. Δεν αφορά απλώς τη διαφωνία με τις απόψεις της ούτε την κριτική σε έναν δημόσιο λόγο. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο αποκαλυπτικό: αφορά την αντοχή, τη συνέπεια και την άρνηση της υποταγής σε ένα σύστημα που έχει μάθει να λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Η κ. Καρυστιανού δεν στοχοποιείται επειδή μίλησε· στοχοποιείται επειδή δεν σώπασε όταν πολλοί θα το έκαναν.
Σε μια κοινωνία όπου η λήθη συχνά επιβάλλεται ως λύση και η σιωπή παρουσιάζεται ως «υπευθυνότητα», η επιμονή στην αλήθεια θεωρείται απειλή. Όσοι σήμερα την κατηγορούν ότι «καπηλεύεται τον πόνο», είναι συχνά οι ίδιοι που επέλεξαν τη σιωπή όταν ο πόνος επιχειρήθηκε να θαφτεί κάτω από μπάζα, όταν τα ερωτήματα για τα Τέμπη έμεναν αναπάντητα και όταν η έννοια του κράτους δικαίου έμοιαζε να υποχωρεί μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα. Η επίθεση, λοιπόν, δεν είναι ηθική· είναι βαθιά πολιτική.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν αυτοανακηρύχθηκε σύμβολο. Δεν διεκδίκησε ρόλο, ούτε αναζήτησε προβολή. Αναδείχθηκε από την ίδια την κοινωνία, ακριβώς επειδή κάλυψε ένα κενό. Σε μια περίοδο θεσμικής αδυναμίας, όπου το κράτος έδειχνε ανίκανο ή απρόθυμο να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, εκείνη στάθηκε όρθια. Και αυτό είναι που ενοχλεί περισσότερο: η ύπαρξη ανθρώπων που υπενθυμίζουν τι σημαίνει ευθύνη, αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη.
Η στοχοποίηση που ακολούθησε, όπως και η κατασκευή ψευδών ειδήσεων γύρω από ανθρώπους που στέκονταν – υποτιθεται- δίπλα της, δεν συνιστούν δημοσιογραφία. Δεν υπηρετούν την ενημέρωση ούτε τον δημόσιο διάλογο. Αντίθετα, λειτουργούν ως μηχανισμός άμυνας ενός συστήματος που αισθάνεται ότι απειλείται από τη διαφάνεια και τη μνήμη. Όταν η αλήθεια δεν μπορεί να αντικρουστεί με επιχειρήματα, επιχειρείται να απαξιωθεί μέσω συκοφαντίας.
Ωστόσο, η κοινωνία δεν είναι πια αφελής. Βλέπει, ακούει και καταλαβαίνει. Αναγνωρίζει πότε η κριτική είναι γνήσια και πότε αποτελεί εργαλείο αποπροσανατολισμού. Και κυρίως, αντιλαμβάνεται ότι η αλήθεια δεν φιμώνεται ούτε «μπαζώνεται», όσο κι αν κάποιοι το επιθυμούν. Μπορεί να καθυστερεί, μπορεί να πολεμιέται, αλλά στο τέλος επιμένει.
Η υπόθεση αυτή ξεπερνά ένα πρόσωπο. Είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας που παλεύει ανάμεσα στη λήθη και τη δικαιοσύνη. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που αντέχουν και δεν υποκύπτουν, η ελπίδα παραμένει ζωντανή.






