
Του Βασίλη Ταλαμαγκα
Το κυκλοφοριακό κομφούζιο που βιώνουν καθημερινά οι οδηγοί, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες ρυθμίσεις στην Αττική Οδό, έχει εξελιχθεί σε μείζον πολιτικό ζήτημα για την κυβέρνηση. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη περίοδο αυξημένης κίνησης, αλλά για μια συνολική επιδείνωση της καθημερινότητας χιλιάδων πολιτών, οι οποίοι αισθάνονται ότι το κράτος δεν έχει κάνει ούτε το ελάχιστο για να βελτιώσει τις συνθήκες μετακίνησης.
Οι αλλαγές στη λειτουργία βασικών οδικών αξόνων, χωρίς επαρκή προετοιμασία, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση και χωρίς εναλλακτικό σχέδιο αποσυμφόρησης, επιβάρυναν ένα ήδη κορεσμένο οδικό δίκτυο. Το αποτέλεσμα είναι χαμένες εργατοώρες, αυξημένο άγχος, μεγαλύτερη κατανάλωση καυσίμων και επιδείνωση της ποιότητας ζωής σε μια πόλη που ήδη δοκιμάζεται από τη ρύπανση και την έλλειψη αξιόπιστων υποδομών.
Στην Αθήνα, το κυκλοφοριακό δεν είναι νέο φαινόμενο. Όμως τα τελευταία χρόνια, αντί να υπάρξει ένα συγκροτημένο σχέδιο αντιμετώπισης, οι πολίτες βλέπουν αποσπασματικές παρεμβάσεις, προσωρινά μέτρα και διαρκείς αλλαγές ρυθμίσεων, που τελικά μετατρέπουν τις μετακινήσεις σε καθημερινή δοκιμασία αντοχής. Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ αρμόδιων φορέων και η απουσία μακροπρόθεσμης στρατηγικής αναδεικνύουν ένα βαθύτερο πρόβλημα πολιτικής βούλησης.
Αρμόδιο για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των υποδομών είναι το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, το οποίο, παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες, δεν έχει παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αντιμετώπιση του κυκλοφοριακού στην Αττική. Η συζήτηση περιορίζεται συνήθως σε έργα που βρίσκονται ακόμη στα χαρτιά ή σε μελέτες που ανακυκλώνονται, ενώ τα προβλήματα στους δρόμους διογκώνονται.
Η πολιτική ευθύνη βαραίνει συνολικά την κυβέρνηση και προσωπικά τον πρωθυπουργό, καθώς το κυκλοφοριακό έχει πλέον αναχθεί σε βασικό κοινωνικό ζήτημα. Όταν ο πολίτης χρειάζεται υπερδιπλάσιο χρόνο για να φτάσει στη δουλειά του, όταν καθυστερεί σε ραντεβού, σε ιατρικές επισκέψεις ή στην παραλαβή των παιδιών του από το σχολείο, τότε το πρόβλημα παύει να είναι τεχνικό και μετατρέπεται σε πολιτικό.
Το κυκλοφοριακό συνδέεται άμεσα και με το δεύτερο μεγάλο αγκάθι της κυβερνητικής πολιτικής: την ακρίβεια. Οι αυξημένες τιμές στα καύσιμα, το κόστος συντήρησης των οχημάτων και οι χαμένες ώρες παραγωγικής εργασίας επιβαρύνουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Για πολλούς εργαζόμενους, η μετακίνηση προς και από την εργασία τους αποτελεί πλέον σημαντικό οικονομικό βάρος.
Ακρίβεια και κυκλοφοριακό συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα κοινωνικής δυσαρέσκειας. Από τη μία πλευρά, οι πολίτες δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες και από την άλλη βλέπουν την καθημερινότητά τους να γίνεται πιο δύσκολη, πιο αργή και πιο κοστοβόρα. Το αίσθημα εγκατάλειψης ενισχύεται, καθώς δεν διακρίνεται ένα πειστικό σχέδιο που να δείχνει ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το μέγεθος του προβλήματος.
Η πραγματικότητα στους δρόμους αποκαλύπτει επίσης ότι δεν αρκούν αποσπασματικές ρυθμίσεις και επικοινωνιακές εξαγγελίες. Απαιτείται σοβαρός σχεδιασμός, επένδυση στα μέσα μαζικής μεταφοράς, συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων και διαφάνεια. Μέχρι τότε, το κυκλοφοριακό θα παραμένει μια καθημερινή ταλαιπωρία για τους πολίτες και ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά προβλήματα για την κυβέρνηση.






