Η εσωκομματική αντιπαράθεση στον ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να έχει εισέλθει σε νέα φάση έντασης, με δύο χαρακτηριστικές φωνές —του Παύλου Πολάκη και του προέδρου Σωκράτη Φάμελλου— να συγκρούονται όχι μόνο για τα πρόσωπα αλλά κυρίως για την γενικότερη γραμμή του κόμματος. Η διαμάχη αυτή δεν αφορά απλώς ιδεολογικές λεπτομέρειες: είναι μάχη στρατηγικής, ταυτότητας και επιβίωσης σε μια πολιτική στιγμή όπου οι διεργασίες στο εσωτερικό της Κουμουνδούρου, μπορεί να καθορίσουν την τύχη ευρύτερων προοδευτικών συμμαχιών. Στο φόντο δε, υπάρχει η πιθανότητα σχηματισμού νέου πολιτικού φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα —ένα σενάριο που πολλοί στο κόμμα βιώνουν με ανησυχία και καχυποψία.
Ο Παύλος Πολάκης παραμένει σύμβολο της ριζοσπαστικής πτέρυγας: οι παρεμβάσεις του είναι δυναμικές, συχνά πολωτικές, και συσπειρώνουν ένα τμήμα της βάσης που αρνείται υποχωρήσεις σε θέματα αρχών και συγκρούσεων με το παλαιό πολιτικό σύστημα. Η λογική που εκπροσωπεί είναι απλή και σαφής: διατηρώντας αδιαπραγμάτευτο πολιτικό στίγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ αποκτά προφίλ και κινηματική δύναμη. Όμως αυτή η γραμμή κινδυνεύει να περιορίσει την εκλογική εμβέλεια και να κάνει τη συζήτηση εσωστρεφή —δηλαδή να μετατρέψει την πολιτική ατζέντα σε διαρκή εσωκομματική μονομαχία. Αντίθετα με την παρέμβαση του στην βάση του κόμματος , στα όργανα, όπως η πολιτική γραμματεία, τα φιλικά στελέχη στον Κρητικο βουλευτή είναι ελάχιστα .(Πρόσφατα η πρόταση του συγκέντρωσε τρεις ψήφους).
Αντιθέτως, ο Σωκράτης Φάμελλος αντιπροσωπεύει μια πιο μετριοπαθή, διαχειριστική προσέγγιση. Η έμφαση του είναι στην κοινοβουλευτική αποτελεσματικότητα, στην προετοιμασία πολιτικών προτάσεων και στην οικοδόμηση ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών συνασπισμών. Η λογική αυτή θεωρεί ότι για να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ αξιόπιστος, πρέπει να προσελκύσει κεντροαριστερές και μη-ριζοσπαστικές δυνάμεις, να σταματήσει την διαρκή πόλωση και να δείξει ότι έχει λύσεις για την καθημερινότητα των πολιτών. Η προσέγγιση αυτή είναι ρεαλιστική, αλλά κατηγορείται από τους πιο αριστερούς κύκλους ως «υποχώρηση» ή «ευθυγράμμιση» με το πολιτικό κέντρο.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι πως η αντιπαράθεση ανάμεσα σε αυτές τις δύο γραμμές δεν είναι απλώς ιδεολογική — είναι και οργανωτική. Οι αποφάσεις για το πώς θα αντιμετωπιστεί ένα ενδεχόμενο νέο σχήμα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα λειτουργούν σαν καταλύτης, που επιταχύνει την αποσύνθεση ή την ενοποίηση. Για μερικούς, κάθε πρωτοβουλία του Α.Τσίπρα πρέπει να αντιμετωπιστεί προσεκτικά, με στόχο την ενσωμάτωση και την διατήρηση του πολιτικού χώρου. Για άλλους, η εστίαση πρέπει να είναι στην αυτονομία και την αποφυγή προσωπικών λύσεων που θα ακυρώνουν συλλογικές διαδικασίες, ευρύτερα ,στην αριστερά.
Οι επιλογές της Κουμουνδούρου φαίνεται ότι είναι τρεις: σύγκλιση, αντιπαράθεση ή επιχειρησιακή διαχείριση. Η σύγκλιση προϋποθέτει εμπιστοσύνη και κοινά σημεία πολιτικής που θα επιτρέψουν συνεργασία χωρίς να χαθεί η ταυτότητα. Η αντιπαράθεση, αν επιλεγεί, μπορεί να ισχυροποιήσει την κάθε πτέρυγα σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο αλλά μακροπρόθεσμα να οδηγήσει σε ρήξεις και απώλεια ψήφων. Η επιχειρησιακή διαχείριση —συμφωνίες για κανόνες, ξεκάθαρες διαδικασίες εκπροσώπησης και οριοθέτηση ρόλων— απαιτεί υψηλό επίπεδο πολιτικής ωριμότητας, κάτι που σπανίζει όταν τα πάθη είναι έντονα.
Η φράση που ακούγεται όλο και πιο συχνά —«κι ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα»— αποτυπώνει αυτό το θυμικό: είναι εικόνα απόγνωσης και αποφασιστικότητας μαζί. Κάποιοι το λένε με ειρωνεία, κάποιοι με πικρία: υπάρχει ο φόβος ότι, αν επικρατήσει το άγχος για προσωπικές στρατηγικές ή αν κάποιος ακόμα –από τους κορυφαίους- επιλέξει να φύγει, το κόμμα θα συρρικνωθεί. Η ρητορική αυτή λειτουργεί ως προειδοποίηση αλλά και ως παγίδα, αφού μπορεί να νομιμοποιήσει λογικές αποκλεισμού που τελικά επιτείνουν τη νεα διάσπαση.
Από την άλλη πλευρά, το ενδεχόμενο σχηματισμού νέου φορέα γύρω από τον Α.Τσίπρα είναι ανασταλτικός παράγοντας που επιταχύνει αποφάσεις. Αν το εγχείρημα αυτό εμφανιστεί ως κίνηση ρεαλιστική και ελκυστική για κεντρώο εκλογικό σώμα, τότε οι διαφωνίες στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ θα γίνουν πιο οξείες: θα κριθεί ποιος μένει στο κόμμα, ποιος φεύγει και πώς θα διαμορφωθούν οι συμμαχίες. Αν πάλι το νέο εγχείρημα αποτύχει να κερδίσει πολιτικό έδαφος, οι εσωτερικές τριβές μπορεί να εξασθενήσουν, αλλά το κόστος της έντασης θα έχει ήδη καταγραφεί στην κοινή γνώμη.
Σε αυτό το τοπίο, η ηγεσία του κόμματος σήμερα, έχει θεμελιώδη ευθύνη. Χρειάζεται να καταστήσει σαφείς τις διαδικασίες, να ανοίξει πραγματικό διάλογο για την στρατηγική και να αποφύγει τους λαϊκιστικούς τόνους που τροφοδοτούν την εσωστρέφεια. Χρειάζεται επίσης να προσφέρει συγκεκριμένη πολιτική πρόταση —οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική— που θα απομακρύνει την συζήτηση από τα πρόσωπα και θα την φέρει πίσω στο πεδίο των λύσεων. Μόνο έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία ανανέωσης.
Τελικά, η μάχη Πολάκη–Φάμελλου είναι μια ευκαιρία αυτογνωσίας. Κάνει φανερό ότι το κόμμα πρέπει να αποφασίσει τι θέλει να είναι: κινηματικός φορέας ριζοσπαστικής σύγκρουσης ή ευρεία προοδευτική δύναμη με προοπτική συνεργασιών ; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο ρητορική. Απαιτεί πολιτικές αποφάσεις, οργανωτικές αλλαγές και, κυρίως, ικανότητα διαχείρισης της διαφορετικότητας, χωρίς να υπονομεύεται η συλλογική δράση.
Αντί για κλειστές πόρτες, αυτό που χρειάζεται είναι μια πολιτική που ανοίγει δρόμους συμμετοχής και διαλόγου, χωρίς όμως να γίνεται αδύναμη στους πυλώνες των αρχών της.
Η φράση «κι ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα» υπάρχει ως προειδοποίηση: αν το κόμμα κλείσει προς τον εαυτό του, θα χάσει τη δυνατότητα να είναι δύναμη αλλαγής.
Αν αντιθέτως επιλέξει να μετασχηματίσει τη σύγκρουση σε δημιουργικό διάλογο, μπορεί να βγει πιο ενωμένο και πιο ικανό, να ψάξει την εκλογική του επιβίωση στις επόμενες εκλογές .






