Του Κ.Α. Γαυδιώτη
Παρακολούθησα την συνέντευξη της Μαρίας Καρυστιανου. Διάβασα δεκάδες ενδιαφέροντα σχόλια στα σόσιαλ μίντια και κρίνω ότι ορθώς αισθάνονται όλοι οι παραδοσιακοί πολιτικοί του συστήματος ότι αποτελεί κίνδυνο για τα κόμματα τους.
Πρωτίστως η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, για δύο πολύ απλούς λόγους:
- 1. Διότι περιγράφοντας η κα Καρυστιανού τα θεσμικά, κοινωνικά, οικονομικά προβλήματα, που λέει ότι αγωνίζεται να λύσει, στοχοποιεί πρωτίστως και ευθέως τον Μητσοτάκη.
- 2. Διότι η κα Καρυστιανού επιδιώκει ένα κόμμα εξουσίας και όχι διαμαρτυρίας. Αντιθέτως κανένα κόμμα δεν αποτελεί κίνδυνο για το πολιτικό της εγχείρημα. Κινδυνεύει μόνο από ενδεχόμενα λάθη δικά της ή όποιων ατόμων αποτελέσουν το μελλοντικό κομματικό επιτελείο. Επομένως, στην παρούσα φάση το πυρ είτε ομαδόν είτε ατομικά από τους πολιτικούς της αντιπάλους και τα συστημικά ΜΜΕ είναι αναμενόμενο, αλλά όχι ευφυής κίνηση. Γιατί αντί να την βλάπτει, μάλλον θα την ωφελεί.
Μην ξεχνάμε ότι έχουμε μία δημοσιογραφία στη χώρα μας που κατατάσσεται 88η στον κόσμο σύμφωνα με τους διεθνείς δείκτες Ελευθερίας του Τύπου. Τις τελευταίες μέρες είχαμε δύο συνεντεύξεις σε συτημικά μέσα.
Στη μία συνέντευξη λοιπόν, ο Πρωθυπουργός. Ο άνθρωπος που κυβερνά την χώρα εδώ και επτά χρόνια. Ο άνθρωπος που στη θητεία του έχουν συμβεί και συμβαίνουν τεράστια σκάνδαλα — κάποια από αυτά κόστισαν ανθρώπινες ζωές. Ένας άνθρωπος που εδώ και δεκαετίες πληρώνεται από δημόσιο χρήμα. Που παρέλαβε το κόμμα του με χρέη 200+ εκατομμυρίων ευρώ και σήμερα αυτά ξεπερνούν το μισό δισεκατομμύριο. Ένας πολιτικός με τεράστιο επιτελείο, απόλυτα προετοιμασμένος για κάθε λέξη, κάθε παύση, κάθε ελεγχόμενη “αυθόρμητη” απάντηση.
Στην άλλη συνέντευξη, ένας απλός πολίτης. Ένας άνθρωπος που δεν έχει πάρει ούτε ένα ευρώ από το Δημόσιο. Ένας άνθρωπος που αυτό το κράτος του έχει βιάσει τη ζωή. Χωρίς επιτελείο. Χωρίς οδηγίες. Μιλά από καρδιάς. Και δηλώνει εξαρχής πως έχει μόνο μία ώρα — γιατί τον περιμένουν ασθενείς στο ιατρείο του. Γιατί άκουσον άκουσον…. εργάζεται!
Τον πρώτο, ο δημοσιογράφος τον αντιμετωπίζει με χαλαρό, χαμογελαστό κλίμα. Τον στριμωχνει με ερωτήσεις όπως: «Πώς περνάτε τον ελεύθερο χρόνο σας;» «Πώς χαλαρώνετε;» Η κουβέντα κυλά σε σειρές τύπου Emily in Paris, με αστειάκια για το αν θα γυριστεί Emily in Athens. Και κάπου εκεί στο τέλος ήρθε η “σκληρή” ερώτηση: «Παραμένετε Παναθηναϊκός;» Η απάντηση: «Τι είναι αυτά που λέτε; Μη με τρομάζετε έτσι!» Γέλια. Χαμόγελα. Ανάλαφρη ατμόσφαιρα όπως αρμόζει στη συνέντευξη του Πρωθυπουργού του Κράτους που η ακρίβεια χτυπά κόκκινο, τα σκάνδαλα οργιάζουν και η υπογεννητικότητα εξαφανίζει τη χώρα.
Τον δεύτερο -για την ώρα πολίτη υπενθυμίζω- οι δημοσιογράφοι τον πολιορκούν επί μία ώρα. Με ύφος ανακριτικό, επικριτικό, επιθετικό. Ερωτήσεις ασταμάτητες. Δεν τον αφήνουν να ολοκληρώσει σκέψη. Τον διακόπτουν συνεχώς σε κάθε κουβέντα του. Του κολλούν ταμπέλες με την πρώτη ευκαιρία: «Αφού λέτε αυτό, άρα ανήκετε σε εκείνον τον χώρο». Μέσα σε μία ώρα κλήθηκε να απαντήσει για: τον γάμο ομοφυλόφιλων, τον Τραμπ και τη Βενεζουέλα, τον Τραμπ και τη Γροιλανδία, τον Τσίπρα, τη Δικαιοσύνη….τις αμβλώσεις.
Ο πρώτος εμφανίζεται μόνο σε στημένες συνεντεύξεις φιλικών μέσων. Συχνά κοιτά δεξιά ή κάτω όταν απαντά. Δεν προσφέρει καμία ουσιαστική αξία στον πολίτη. Δεν εκθέτει τίποτα αληθινό. Προστατεύει μόνο μια άθικτη, γυαλισμένη, κρυστάλλινη εικόνα.
Ο δεύτερος, άμαθος στη βαρβαρότητα του μιντιακού χώρου, μπαίνει χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Με μοναδικά όπλα την ειλικρίνεια, τα πιστεύω και το ήθος του. Ρισκάρει να παρεξηγηθεί, να διαστρεβλωθεί, να στοχοποιηθεί — απλώς και μόνο επειδή μιλά αυθόρμητα. Όχι ξύλινα. Όχι στημένα. Κοιτώντας πάντα μπροστά με βλέμμα ορθάνοιχτο, ειλικρινές.
Ο πρώτος (ο Πρωθυπουργός) λαμβάνει 26% σε δημοσκοπήσεις και ποσοστά τηλεθέασης που δηλώνουν χαμηλό ενδιαφέρον. Ο δεύτερος (η κα Μαρία Καρυστιανού) λαμβάνει 31% στις δημοσκοπήσεις και υψηλά ποσοστά τηλεθέασης σε κάθε δημόσια παρέμβαση.
Και ενώ οι διαφορές στον τρόπο αντιμετώπισης βγάζουν μάτι, σε μια δημοκρατία ελάχιστη σημασια θα έπρεπε να έχουν τα πρόσωπα. Σημασία θα πρέπει να έχουν οι αξίες. Οι θέσεις. Και πάνω απ’ όλα η ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ εκείνων που τις πρεσβεύουν.. Και αυτή, όσο κι αν προσπαθούν, δεν μπορεί να στηθεί.
Ας δούμε όμως τι απάντησε η κα Καρυστιανού στις εναντίον της επιθέσεις για την χθεσινή της συνέντευξη:
“Ανέμενα στωικά χθες μέχρι το βράδυ, παρακολουθώντας την πλήρη «απογύμνωση» των Μέσων Ενημέρωσης.
Δυστυχώς η πλειοψηφία των Μέσων Ενημέρωσης (με ελάχιστες εξαιρέσεις που οφείλω να αναγνωρίσω) ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ που ανέδειξε η χθεσινή συνέντευξή μου στους κ.κ. Στραβελάκη και Καραμήτρου, και εστίασε ΜΟΝΟΘΕΜΑΤΙΚΑ στην άκαιρη ερώτηση περί αμβλώσεων, που οι ερωτώντες δημοσιογράφοι έκριναν πιο σημαντική στις προτεραιότητές τους από τα προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα μας, δηλαδή τα τεράστια σκάνδαλα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η συνεχής θεσμική εκτροπή, η εξόντωση των αγροτών, η ακρίβεια και η φτωχοποίηση των πολιτών, η κατάρρευση της υγείας και της παιδείας, και τόσα άλλα σημαντικά θέματα που βιώνουμε.
Η χθεσινή απάντησή μου στο θέμα των αμβλώσεων διαστρεβλώθηκε ΣΚΟΠΙΜΩΣ από όσους βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία αποδόμησης μου και συμπράττουν αδίστακτα στο πολιτικό συμβόλαιο δολοφονίας χαρακτήρα μου.
Κανένα ανθρώπινο δικαίωμα ΔΕΝ τίθεται σε διαβούλευση, ΔΕΝ αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά ΟΥΤΕ και πεδίο πολιτικών παιχνιδιών, όπως κάποιοι επιχειρούν να παρουσιάσουν.
Όσοι βάλλουν εναντίον μου με αφορμή ένα πολυδιάστατο ιατρικό και νομικό θέμα για το οποίο ο νομοθέτης έχει ήδη προβλέψει, δεν νοιάζονται ούτε για τη θέση της γυναίκας σήμερα, ούτε για τα προβλήματα της, ούτε για τη στήριξη της μητρότητας, ούτε για την υπογεννητικότητα, ούτε για το δημογραφικό πρόβλημα, ούτε για τα δικαιώματα των παιδιών, ούτε για την οικογένεια και την επιβίωσή της! Ούτε έχουν σκεφθεί γιατί οδηγείται μια γυναίκα ή ένα ζευγάρι στην άμβλωση, πόσο μάλλον για τη βιοηθική.
Το βασικό για αυτούς ήταν και είναι να ανακοπεί με κάθε τρόπο και μέσο, η εντατική «κυοφορία» ενός μεγάλου κινήματος, που μπορεί να αλλάξει τη συζήτηση και να θέσει τη κοινωνία και πάλι στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και της λήψης αποφάσεων.
Η ανάγκη δημόσιου διαλόγου, στην οποία αναφέρθηκα, αφορά τα πραγματικά κοινωνικά αίτια που οδηγούν χιλιάδες γυναίκες σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη απόφαση: την ελλιπή ενημέρωση των νέων, την απουσία συστηματικής σεξουαλικής αγωγής, την περιορισμένη πρόσβαση σε σύγχρονες μεθόδους αντισύλληψης και, κυρίως τα κενά της κοινωνικής πρόνοιας.
Για τον λόγο αυτό, ο ουσιαστικός διάλογος πρέπει να στραφεί: στη δημιουργία ολοκληρωμένων δομών κοινωνικής πρόνοιας για εγκύους και νέες μητέρες, στη δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες οικογενειακού προγραμματισμού και αντισύλληψης, στη στήριξη της μονογονεϊκής οικογένειας, σε επιδόματα και υπηρεσίες που επιτρέπουν σε μια γυναίκα να μη διχάζεται ανάμεσα στην κύηση και την εργασία ή τις σπουδές της.
Η δημογραφική και υπαρξιακή κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα, δεν μπορεί να απαντηθεί με περιορισμούς δικαιωμάτων, αλλά με ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος που προσφέρει πραγματικές επιλογές και αληθινή στήριξη στον πολίτη.
Η ελευθερία της γυναίκας γίνεται ουσιαστική μόνο όταν συνοδεύεται από οικονομική ασφάλεια, πρόσβαση στην υγεία, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και προστασία της μητρότητας.
Αυτή είναι η διαβούλευση που οφείλουμε να ανοίξουμε: μια συζήτηση για όρους δημόσιας υγείας, κοινωνικής πρόνοιας και σεβασμού των θεσμών, ώστε καμία γυναίκα να μη φτάνει σε αδιέξοδο από φόβο, άγνοια ή εγκατάλειψη.
Με αίσθημα ευθύνης απέναντι στις γυναίκες, στα παιδιά και στο μέλλον της χώρας, πιστεύω σε μια κοινωνία που θα τις στηρίζει μέσα από την πρόληψη, την ενημέρωση και την αλληλεγγύη, και όχι βέβαια μέσα από διχασμούς.
Σας ευχαριστώ”.






