
Του Βασίλη Ταλαμάγκα
Η εικόνα που παρουσιάζει η κυβέρνηση περί οικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης απέχει δραματικά από την καθημερινή εμπειρία της ελληνικής κοινωνίας. Τα τελευταία στοιχεία του Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για τον Φεβρουάριο του 2026 λειτουργούν ως ψυχρολουσία για το κυβερνητικό αφήγημα. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, με τους Έλληνες να καταγράφονται ως οι πιο απαισιόδοξοι πολίτες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πίσω από τους δείκτες και τα στατιστικά, αποτυπώνεται μια κοινωνία που παλεύει με τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος και την αδιάκοπη άνοδο των τιμών. Το 65% των νοικοκυριών δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα». Πρόκειται για μια διατύπωση που δεν περιγράφει απλώς στενότητα, αλλά οριακή επιβίωση. Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και βασικά αγαθά έχει μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό της καθημερινότητας, διαβρώνοντας κάθε αίσθηση οικονομικής ασφάλειας.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 68% των πολιτών αναμένει νέα άνοδο τιμών μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο. Η προσδοκία περαιτέρω επιδείνωσης λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αφού περιορίζει την κατανάλωση, ενισχύει την αβεβαιότητα και φρενάρει κάθε σκέψη για επενδύσεις ή μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Όταν η κοινωνία «προεξοφλεί» την ακρίβεια, η οικονομία παγιδεύεται σε έναν φαύλο κύκλο στασιμότητας.
Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι το 86% των νοικοκυριών θεωρεί απίθανη οποιαδήποτε αποταμίευση. Σε μια χώρα που επιχειρεί να προσελκύσει επενδύσεις και να ενισχύσει την παραγωγικότητά της, η αδυναμία αποταμίευσης συνιστά σοβαρό διαρθρωτικό πρόβλημα. Η αποταμίευση δεν είναι πολυτέλεια αλλά αποτελεί βασικό μηχανισμό άμυνας απέναντι σε έκτακτες κρίσεις και θεμέλιο για μελλοντική ευημερία. Η απουσία της εντείνει την ευαλωτότητα των νοικοκυριών.
Παράλληλα, το 70% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι η οικονομική κατάσταση της χώρας θα επιδεινωθεί. Η απαισιοδοξία αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς σε «κακή ψυχολογία». Αντανακλά τη διάσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και στη μικροοικονομική πραγματικότητα. Η αύξηση του ΑΕΠ ή η βελτίωση ορισμένων δημοσιονομικών μεγεθών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το στοιχείο ότι περίπου το 60% των πολιτών δηλώνει αδυναμία πρόβλεψης για το πώς θα ανταποκριθεί οικονομικά ακόμη και τον επόμενο μήνα. Η αβεβαιότητα αυτή διαβρώνει τον κοινωνικό ιστό και ενισχύει την ανασφάλεια. Όταν η καθημερινότητα καθορίζεται από τον φόβο νέων ανατιμήσεων, κάθε συζήτηση περί «οικονομικής όασης» μοιάζει αποκομμένη από την πραγματικότητα.
Οι διεθνείς εξελίξεις, όπως οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή με τον πόλεμο στο Ιραν , επιβαρύνουν ασφαλώς το κλίμα. Ωστόσο, η ένταση της απαισιοδοξίας στην Ελλάδα υποδηλώνει βαθύτερα, εγχώρια προβλήματα: χαμηλή αγοραστική δύναμη, περιορισμένη ανταγωνιστικότητα και δομικές αδυναμίες στην αγορά.
Το μήνυμα των στοιχείων του ΙΟΒΕ είναι σαφές. Πέρα από τους επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς, η κοινωνία βιώνει μια διαρκή πίεση που δεν αποτυπώνεται πλήρως στους κυβερνητικούς λόγους. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι η διαχείριση της εικόνας, αλλά η ουσιαστική ενίσχυση του εισοδήματος και της ανθεκτικότητας των νοικοκυριών. Μόνο τότε οι δείκτες εμπιστοσύνης θα μπορέσουν να ανακάμψουν ουσιαστικά και όχι συγκυριακά.






