Η συζήτηση για αλλαγή του εκλογικού νόμου στην Ελλάδα έχει επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο, πυροδοτώντας έντονες εσωκομματικές αντιπαραθέσεις στη Νέα Δημοκρατία. Το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά την πιθανότητα τροποποίησης του εκλογικού καθεστώτος πριν τις εκλογές του 2027, με στόχο την ενίσχυση των δυνατοτήτων αυτοδυναμίας του κυβερνώντος κόμματος. Παρά την πρόθεση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη να μην αλλάξει τον νόμο στο άμεσο μέλλον, η συζήτηση δείχνει ότι η ΝΔ παραμένει διχασμένη, με στελέχη να εκφράζουν εντελώς αντίθετες απόψεις για την πολιτική χρησιμότητα μιας τέτοιας κίνησης.
Σύμφωνα με όσα έχουν διαρρεύσει, οι βασικές προτάσεις αφορούν την αύξηση του ορίου εισόδου στη Βουλή από 3% σε 5% και την τροποποίηση του συστήματος κατανομής των εδρών, ώστε το πρώτο κόμμα να λαμβάνει μεγαλύτερο μπόνους. Οι υποστηρικτές της αλλαγής θεωρούν ότι αυτά τα μέτρα θα ενίσχυαν την κυβερνητική σταθερότητα, καθιστώντας ευκολότερη την επίτευξη αυτοδυναμίας και περιορίζοντας την είσοδο μικρών κομμάτων στη Βουλή. Επιχειρηματολογούν ότι σε περίπτωση που η ΝΔ δεν πετύχει αυτοδυναμία με το ισχύον σύστημα, μια αλλαγή στον εκλογικό νόμο θα μπορούσε να της εξασφαλίσει ευρύτερη πλειοψηφία, αποτρέποντας ενδεχόμενες πολιτικές αστάθειες.
Ωστόσο, η αντίθετη πλευρά υπογραμμίζει τους σοβαρούς κινδύνους μιας τέτοιας κίνησης. Πολλά στελέχη θεωρούν ότι η αλλαγή του εκλογικού νόμου θα μπορούσε να συσπειρώσει τους πολιτικούς αντιπάλους της ΝΔ, δημιουργώντας ένα ενιαίο μέτωπο αντιπολίτευσης απέναντι σε ένα κόμμα που φαίνεται να παίζει με τους κανόνες προς ίδιο όφελος. Παράλληλα, υπάρχει η ανησυχία ότι η προσπάθεια να τροποποιηθεί ο εκλογικός νόμος σε προεκλογική περίοδο θα εκληφθεί από το κοινό ως έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολίτες και στην εκλογική διαδικασία, ενισχύοντας την κριτική για «παιχνίδια εξουσίας».
Η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στην εσωκομματική διάσταση. Η αντιπολίτευση, με πρωταγωνιστές τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, έχει ήδη προαναγγείλει ότι θα αντιταχθεί σε οποιαδήποτε αλλαγή που θεωρείται στρατηγική για το κυβερνών κόμμα. Η ανάγκη συγκέντρωσης των απαιτούμενων 200+ ψήφων στη Βουλή καθιστά πρακτικά δύσκολη την υλοποίηση τέτοιου εγχειρήματος πριν από τις εκλογές, γεγονός που εντείνει τις ενδοκομματικές αντιπαραθέσεις στη ΝΔ.
Αν και υπάρχουν δημοσκοπικά δεδομένα που δείχνουν ότι η ΝΔ δεν εξασφαλίζει εύκολα αυτοδυναμία με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, η πολιτική στρατηγική πρέπει να ζυγίσει το όφελος έναντι του πολιτικού κόστους. Η προσπάθεια αλλαγής του εκλογικού συστήματος σε προεκλογική περίοδο ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργήσει πόλωση και να δώσει όπλα στην αντιπολίτευση, ενώ παράλληλα μπορεί να αποσταθεροποιήσει το εσωτερικό της ίδιας της ΝΔ.
Συμπερασματικά, η αλλαγή του εκλογικού νόμου παραμένει ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα, που χωρίζει τη Νέα Δημοκρατία. Από τη μία πλευρά, προσφέρεται ως μέσο ενίσχυσης της κυβερνητικής σταθερότητας και αυτοδυναμίας. Από την άλλη, φέρει κινδύνους συσπείρωσης των πολιτικών αντιπάλων, αύξησης της πολιτικής πόλωσης και δυσπιστίας από το εκλογικό σώμα. Η διαχείριση αυτού του ζητήματος θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την προεκλογική στρατηγική της ΝΔ και τη δυναμική των επόμενων εκλογών.






