Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, οι ελληνικές εταιρείες δεξαμενόπλοιων εξασφάλισαν τουλάχιστον 3,8 δισ. δολάρια από τη διακίνηση ρωσικού αργού, γεγονός που αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της ελληνικής ναυτιλίας στη συνέχιση των ρωσικών εξαγωγών προς τις διεθνείς αγορές.
Η Dynacom πρώτη σε έσοδα
Στην κορυφή της σχετικής κατάταξης βρίσκεται η Dynacom Tankers του εφοπλιστή Γιώργου Προκοπίου, με εκτιμώμενα έσοδα τουλάχιστον 915 εκατ. δολαρίων από τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο των συνολικών εσόδων των ελληνικών εταιρειών από τον Ιούλιο του 2023.
Ακολουθεί η Olympic Shipping and Management του Ομίλου Ωνάση με τουλάχιστον 404 εκατ. δολάρια, ενώ οι Stealth Maritime και Polembros Shipping φέρονται να ξεπέρασαν τα 200 εκατ. δολάρια η καθεμία.
Οι κυρώσεις και τα κενά εφαρμογής
Τα στοιχεία, σύμφωνα με τους Financial Times, επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ουκρανία, η οποία έχει επανειλημμένα ζητήσει την αυστηροποίηση των κυρώσεων ώστε να περιοριστούν τα περιθώρια συνέχισης των ρωσικών εξαγωγών.
Το 2023, αρκετές ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες, μεταξύ αυτών και η Dynacom, είχαν ενταχθεί από την ουκρανική υπηρεσία κυρώσεων στη λίστα των «διεθνών χορηγών πολέμου», χαρακτηρισμός που αποσύρθηκε αργότερα έπειτα από παρεμβάσεις της ελληνικής κυβέρνησης.
Η μεταφορά ρωσικού πετρελαίου εξακολουθεί να επιτρέπεται για δυτικές ναυτιλιακές εταιρείες, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται το ανώτατο όριο τιμής που επέβαλε η G7 τον Δεκέμβριο του 2022. Το πλαφόν διαμορφώνεται σήμερα στα 44,10 δολάρια ανά βαρέλι, ωστόσο πρώην αξιωματούχοι και ειδικοί υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή του υπήρξε άνιση και παρουσίασε σημαντικές αδυναμίες.
Πώς προέκυψαν τα στοιχεία
Η ανάλυση των Financial Times βασίστηκε σε εκτιμήσεις ναύλων της Argus Media, σε στοιχεία διαχείρισης πλοίων του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού και σε δεδομένα μετακίνησης δεξαμενόπλοιων της Kpler. Οι υπολογισμοί αφορούν τη μεταφορά 389 εκατ. βαρελιών από ελληνικά δεξαμενόπλοια σε δρομολόγια για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία ναύλωσης.
Από τις 20 εταιρείες με τα μεγαλύτερα εκτιμώμενα έσοδα από τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου μετά τον Ιούνιο του 2023, οι οκτώ είναι ελληνικών συμφερόντων, ενώ αρκετές από τις υπόλοιπες συνδέονται με ρωσικούς κρατικούς ενεργειακούς ομίλους, όπως οι Sovcomflot και Rosnefteflot.
Υψηλά κέρδη και αυξημένο ρίσκο
Αναλυτές της ναυτιλιακής αγοράς επισημαίνουν ότι η μεταφορά ρωσικού αργού εξακολουθεί να αποφέρει σημαντικά υψηλότερα έσοδα, καθώς οι ναύλοι διαμορφώνονται κατά 30% έως 40% υψηλότερα σε σχέση με αντίστοιχα φορτία από χώρες που δεν υπόκεινται σε κυρώσεις.
Όπως σημειώνει η αναλύτρια Michelle Wiese Bockmann, «υπάρχουν πολλά χρήματα να κερδηθούν και λίγοι είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν αυτό το ρίσκο».
Παράλληλα, αρκετές ελληνικές εταιρείες περιόρισαν τη δραστηριότητά τους στη ρωσική αγορά μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων σε διαχειριστές πλοίων στην Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αλλά και στις ρωσικές εταιρείες Rosneft και Lukoil το 2025.
Από την πλευρά της, η Dynacom υποστήριξε ότι όλες οι προσεγγίσεις των πλοίων της σε ρωσικά λιμάνια πραγματοποιήθηκαν «σε πλήρη συμμόρφωση με όλα τα ισχύοντα νομικά και κυρωτικά πλαίσια», προσθέτοντας ότι το πλαφόν στις τιμές συνέβαλε στη μείωση των ρωσικών εσόδων και στη σταθεροποίηση του ενεργειακού κόστους διεθνώς.
Οι ενδοευρωπαϊκές διαφωνίες
Το ζήτημα έχει αναδείξει και τις διαφορετικές προσεγγίσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με Ευρωπαίους διπλωμάτες, Ελλάδα και Κύπρος είχαν εκφράσει επιφυλάξεις για το πλαφόν στο ρωσικό πετρέλαιο, επικαλούμενες τη σημασία της ναυτιλίας για τις οικονομίες τους.
Την ίδια στιγμή, δυτικές κυβερνήσεις εξετάζουν νέα μέτρα για τον περαιτέρω περιορισμό των εσόδων της Ρωσίας από την ενέργεια, εξέλιξη που ενδέχεται να επηρεάσει μία από τις πιο κερδοφόρες δραστηριότητες της ελληνικής ναυτιλίας. Για την Ουκρανία και τους συμμάχους της, η αδιάλειπτη ροή ρωσικού πετρελαίου αποδεικνύει ότι το σύστημα κυρώσεων εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικά κενά, επιτρέποντας στη Μόσχα να διατηρεί υψηλά έσοδα από τις ενεργειακές της εξαγωγές






