
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η πολιτική σκηνή της χώρας βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση ανασύνθεσης, και μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η Μαρία Καρυστιανού αποδεικνύει πως διαθέτει μια δυναμική που ξεπερνά τα στενά κομματικά στεγανά παρα τα συνεχή λάθη που έχει κάνει . Δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο που συγκεντρώνει τη συμπάθεια ή τη συναισθηματική φόρτιση των πολιτών, αλλά εξελίσσεται σε έναν υπολογίσιμο πολιτικό πόλο με έντονη απήχηση, όχι μόνο στην δεξιά αλλά και στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Η ικανότητά της να συσπειρώνει γύρω από το εγχείρημά της, την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», μεσαία στελέχη με πολιτική προϋπηρεσία και ένσημα στα κομματικά όργανα της αριστερής παράταξης, μαρτυρά μια βαθύτερη πολιτική διεργασία που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διείσδυσης είναι η ένταξη προσώπων όπως η Αρετή Μπατά, πρώην μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η Λίτσα Σουλελέ. Δεν πρόκειται για τυχαίες περιπτώσεις, αλλά για αξιόμαχα στελέχη που γνωρίζουν καλά τον χάρτη της εγχώριας πολιτικής και έχουν ζήσει από μέσα τις μεγάλες αναταράξεις του προοδευτικού χώρου. Και οι δύο γυναίκες είχαν επιλέξει να αποχωρήσουν από το κόμμα της Κουμουνδούρου κατά τη διάρκεια εκείνης της επεισοδιακής και γεμάτης εντάσεις περιόδου που σημαδεύτηκε από το περιβόητο, σχεδόν επεισοδιακό, συνέδριο στο Γκάζι. Η απογοήτευση από τις εσωκομματικές έριδες και η ανάγκη για μια νέα, καθαρή πολιτική στέγη οδήγησε αυτά τα στελέχη στην αγκαλιά της νέας προσπάθειας της Μαρίας Καρυστιανού.
Αυτή η κινητικότητα αποδεικνύει στην πράξη ότι το προσωποπαγές κόμμα της Μ. Καρυστιανού διαθέτει χαρακτηριστικά πολυσυλλεκτικότητας. Καταφέρνει να μιλήσει στην καρδιά και το μυαλό ψηφοφόρων και στελεχών που νιώθουν άστεγοι ή προδομένοι από τις παραδοσιακές δυνάμεις της Κεντροαριστεράς, προσφέροντας ένα εναλλακτικό αφήγημα που βασίζεται στην ανάγκη για δικαιοσύνη, θεσμική θωράκιση και δημοκρατική επαγρύπνηση. Το γεγονός ότι το μήνυμά της βρίσκει γόνιμο έδαφος σε έναν χώρο που παραδοσιακά εμφανίζει υψηλό βαθμό καχυποψίας και έντονο εσωτερικό ανταγωνισμό, δείχνει ότι η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» μπορεί να μην είναι είναι ένα πυροτέχνημα της στιγμής, αλλά ένας σχηματισμός που έρχεται να καλύψει ένα υπαρκτό πολιτικό κενό.
Για κάποιους σοβαρούς δημοσκόπους η Μαρία Καρυστιανού, έχοντας χτίσει μια σχέση βαθιάς εμπιστοσύνης με ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, μετατρέπει πλέον αυτό το ηθικό κεφάλαιο σε πολιτική επιρροή. Η Κεντροαριστερά, που ψάχνει εναγωνίως τη νέα της πυξίδα και τα πρόσωπα που θα την εμπνεύσουν, φαίνεται να βρίσκει στο πρόσωπό της μια αυθεντική φωνή που δεν θυμίζει σε τίποτα τον ξύλινο λόγο του παρελθόντος. Όσο το εγχείρημά της συνεχίζει να μπολιάζεται με έμπειρα στελέχη που κουβαλούν οργανωτική εμπειρία και κοινωνικές αναφορές, τόσο η δυναμική της θα μεγαλώνει, αναγκάζοντας τους παραδοσιακούς παίκτες του πολιτικού συστήματος να αναθεωρήσουν τις στρατηγικές τους απέναντί της.






