
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η ελληνική οικονομία της μεταπολίτευσης μοιάζει με έναν οργανισμό που για μισό αιώνα τρεφόταν με ψευδαισθήσεις. Κοιτάζοντας την πορεία από το 1974 μέχρι το 2024, γίνεται σαφές ότι η χώρα βίωσε μια παράδοξη τροχιά και κατάφερνε να μεγαλώνει το ΑΕΠ της, αλλά την ίδια στιγμή υπονόμευε συστηματικά τις ίδιες τις βάσεις της. Δεν πρόκειται για την ιστορία μιας οικονομίας που λύγισε ξαφνικά κάτω από το βάρος μιας αναπάντεχης παγκόσμιας καταιγίδας, αλλά για το χρονικό ενός οικοδομήματος που χτίστηκε με σοβαρά κατασκευαστικά λάθη από τα θεμέλια.
Το πιο κραυγαλέο σύμπτωμα αυτής της παθογένειας ήταν η διαχρονική επιλογή του κράτους να καταναλώνει πόρους αντί να τους επενδύει. Οι δημόσιες δαπάνες εκτοξεύτηκαν από το 28% του ΑΕΠ το 1974 στο ιλιγγιώδες 54% το 2009.
Τα χρήματα αυτά όμως δεν κατευθύνθηκαν σε υποδομές, στην έρευνα ή σε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά σπαταλήθηκαν στη συντήρηση ενός διογκωμένου μισθολογίου, σε επιδοτήσεις και σε κοινωνικές μεταβιβάσεις που εξαγόραζαν πολιτική ηρεμία. Ακόμη και στη «χρυσή» περίοδο 2001–2008, όταν το χρήμα έρεε άφθονο λόγω της εισόδου στο ευρώ και τα επιτόκια δανεισμού ήταν ιστορικά χαμηλά, η χώρα προτίμησε να χρηματοδοτήσει την εγχώρια κατανάλωση. Μόλις οι στρόφιγγες του δανεισμού έκλεισαν απότομα το 2009, η τεχνητή αυτή ευημερία εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα.
Παράλληλα, το φορολογικό σύστημα λειτούργησε ως μηχανισμός τιμωρίας και όχι ως εργαλείο ισορροπίας. Μέσα σε πενήντα χρόνια, τα φορολογικά έσοδα σχεδόν διπλασιάστηκαν ως ποσοστό του ΑΕΠ, φτάνοντας το 41,2% το 2022. Ωστόσο, η υπερφορολόγηση αυτή δεν κατάφερε ποτέ να εξαφανίσει τα ελλείμματα, αφού καταβροχθιζόταν από τις τρέχουσες κρατικές δαπάνες, ενώ το βάρος έπεφτε μόνιμα στους ίδιους ώμους: στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, την ώρα που η φοροδιαφυγή παρέμενε δομικό προνόμιο των ισχυρών.
Αυτή η εσωτερική ανισορροπία καθρεφτιζόταν πάντα και στις σχέσεις της Ελλάδας με τον υπόλοιπο κόσμο. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν μόνιμα ελλειμματικό. Η χώρα αγόραζε σταθερά περισσότερα από όσα παρήγαγε και πουλούσε, με το εξωτερικό έλλειμμα να αγγίζει το τρομακτικό -14,6% το 2008. Ακόμα και η πρόσκαιρη βελτίωση στα χρόνια των μνημονίων δεν ήρθε επειδή γίναμε ξαφνικά εξαγωγική δύναμη, αλλά επειδή η βίαιη φτωχοποίηση έκανε αδύνατες τις εισαγωγές. Όταν η οικονομία πήρε ξανά ανάσα, τα ελλείμματα επέστρεψαν αμέσως, αποδεικνύοντας ότι η παραγωγική μας βάση παραμένει καθηλωμένη, με την ανεργία να λειτουργεί ως μόνιμη κοινωνική πληγή που σπάνια έπεφτε κάτω από το 10% ακόμα και στις καλές εποχές.
Η κρίση του 2010 δεν κατέστρεψε μια υγιή χώρα, απλώς τράβηξε την κουρτίνα και αποκάλυψε μια ήδη χρεοκοπημένη δομή. Σήμερα, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση του χρέους στο 153,6% και την επιστροφή στα δημοσιονομικά πλεονάσματα, η μεταμόρφωση εκκρεμεί.
Οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλές, οι δημόσιες υπηρεσίες δεν ανταποκρίνονται στους φόρους που πληρώνουν οι πολίτες και η οικονομία συνεχίζει να πλέει στα ρηχά νερά της υπερβολικής εξάρτησης από τον τουρισμό και τη ναυτιλία.
Το μάθημα των τελευταίων πενήντα ετών είναι σαφές και λέει ότι χωρίς μια γενναία, μακροπρόθεσμη στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα βάζει τέλος στις πελατειακές λογικές, η Ελλάδα θα συνεχίσει να κινείται στον ίδιο φαύλο κύκλο.






