Σκουρόχρωμες νησίδες, καφέ και μαύρες, απλώνονται πάνω στις άλλοτε καταπράσινες πλαγιές του Πάρνωνα, του Ταϋγέτου, του Μαινάλου και του Χελμού. Δεν πρόκειται για τα σημάδια κάποιας πρόσφατης πυρκαγιάς, αλλά για κάτι εξίσου εφιαλτικό αφου είναι ξερά δέντρα που στέκονται νεκρά, μαρτυρώντας μια αθόρυβη τραγωδία. Η εικόνα αυτή έχει αρχίσει να γίνεται επικίνδυνα γνώριμη τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, αλλά πλέον επεκτείνεται στη Φθιώτιδα, στην Ευρυτανία, ακόμα και σε περιοχές της βόρειας Ελλάδας, όπως στο Φαλακρό Όρος της Δράμας. Ο αριθμός των ξηραμένων ελάτων και πεύκων διαρκώς αυξάνεται και η μαζική νέκρωση των ελληνικών δασών συνεχίζεται με γεωμετρική πρόοδο, έχοντας ως κύριο υπαίτιο την κλιματική κρίση.
Αν και οι ξηράνσεις στα δασικά οικοσυστήματα δεν αποτελούν εντελώς καινούργιο φαινόμενο για τη χώρα μας –καθώς παρόμοιες εξάρσεις είχαν καταγραφεί το 1964 και την περίοδο 1988-1990 στη Βυτίνα και το Περτούλι–, η σημερινή πραγματικότητα είναι ριζικά διαφορετική και πολύ πιο ανησυχητική.
Οι τρέχουσες συνθήκες προκαλούν μια πρωτοφανή υδατική καταπόνηση στα δέντρα. Οι παρατεταμένοι καύσωνες και η έντονη ξηρασία της θερινής περιόδου στερούν από τα κωνοφόρα το απαραίτητο νερό. Σε αντίθεση με τα πλατύφυλλα, τα κωνοφόρα δέντρα δεν έχουν τη δυνατότητα να ρίξουν προσωρινά το φύλλωμά τους για να αμυνθούν. Έτσι, αδυνατούν να μεταφέρουν υγρασία στην κορυφή της κόμης τους, με αποτέλεσμα να ξεραίνονται ολοκληρωτικά από πάνω προς τα κάτω, συχνά μέσα σε ένα μόλις έτος.
Αυτή η πρωτογενής εξασθένηση ανοίγει την κερκόπορτα για τη δεύτερη φάση της καταστροφής. Τα ήδη καταπονημένα δέντρα, που συχνά φύονται σε υποβαθμισμένα και άγονα εδάφη, γίνονται εύκολη λεία για φλοιοφάγα έντομα και μύκητες. Η κατάσταση επιδεινώνεται δραματικά από το γεγονός ότι οι χειμώνες έχουν γίνει εξαιρετικά ήπιοι. Η δραματική μείωση των χιονοπτώσεων στην Ελλάδα, η οποία αγγίζει το 30% με 50% από το 2020 και μετά, στερεί από το έδαφος τον φυσικό, σταδιακό εφοδιασμό νερού κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι. Παράλληλα, οι υψηλές χειμερινές θερμοκρασίες ευνοούν την επιβίωση τεράστιων πληθυσμών δασικών εντόμων, όπως ο σκολύτης στα Καλάβρυτα, που προκαλούν εκτεταμένες επιδημίες και αποτελειώνουν τα ελατοδάση.
Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι αν αυτή η πορεία είναι αναστρέψιμη. Η παραδοσιακή πρακτική της υλοτομίας και της απομάκρυνσης των ξερών κορμών για την προστασία των υγιών δέντρων είναι πλέον πρακτικά και οικονομικά αδύνατη λόγω της τεράστιας έκτασης του προβλήματος. Οι απόψεις των ειδικών συγκλίνουν στο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ταχέως επιδεινούμενη κατάσταση, όπου η μετάβαση σε ακόμη θερμότερα κλιματική μοτίβα, όπως αυτά που φέρνει το φαινόμενο Ελ Νίνιο, εμποδίζει την ομαλή αναγέννηση των ειδών.
Η μαζική αυτή απώλεια δεν αποτελεί απλώς μια αισθητική υποβάθμιση του τοπίου, αλλά την απαρχή μιας βίαιης ανατροπής της φυσικής ισορροπίας.
Η πανίδα χάνει τα καταφύγιά της, η βιοποικιλότητα συρρικνώνεται και τα δάση χάνουν τον ρυθμιστικό τους ρόλο στον υδρολογικό κύκλο, αφήνοντας το έδαφος έκθετο στη διάβρωση. Στη θέση των αιωνόβιων ελάτων δημιουργούνται κενά με εύφλεκτη, ξερή βλάστηση. Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι η προαναγγελία μιας προοδευτικής κατάρρευσης δηλαδή η μετακίνηση των ζωνών βλάστησης προς μεγαλύτερα υψόμετρα και μια κατακόρυφη αύξηση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών σε ορεινές περιοχές που κάποτε θεωρούνταν απόλυτα ασφαλείς. Χρειάζεται επειγόντως συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση αλλιώς χάνουμε την Ελλάδα που ξέραμε .






