Η Γερμανία για ακόμα μια φορά μετατρέπεται στο απόλυτο οικονομικό και κοινωνικό βαρόμετρο της Ευρώπης, ανοίγοντας μια συζήτηση που αναμένεται να προκαλέσει τριγμούς σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και, μοιραία, και στην Ελλάδα. Στο επίκεντρο των κυβερνητικών σχεδιασμών στο Βερολίνο βρίσκεται πλέον μια ριζική και άκρως αμφιλεγόμενη μεταρρύθμιση που συνδέει άμεσα το όριο συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής. Το μήνυμα πίσω από τις κλειστές πόρτες των υπουργείων μοιάζει κυνικό και λέει , αν ζεις πολύ, θα πρέπει να εργάζεσαι περισσότερο, αλλιώς τα χρήματα που θα φτάνουν τελικά στην τσέπη σου θα είναι αισθητά λιγότερα.
Η λογική των υποστηρικτών αυτής της πρότασης βασίζεται αποκλειστικά σε στεγνά μαθηματικά μοντέλα. Ισχυρίζονται ότι η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού και η αύξηση του μέσου όρου ζωής τις τελευταίες δεκαετίες απειλούν με ολοκληρωτική κατάρρευση τα ασφαλιστικά ταμεία.
Για να αποφευχθεί το κραχ, προκρίνεται η λύση μιας αυτόματης αναπροσαρμογής, όπου τα έτη εργασίας θα αυξάνονται παράλληλα με τα χρόνια που κερδίζει ο άνθρωπος χάρη στην εξέλιξη της ιατρικής. Αν όμως για τους τεχνοκράτες αυτό φαντάζει ως μια αναγκαία εξίσωση βιωσιμότητας, για τα συνδικάτα αποτελεί μια έμμεση αλλά ξεκάθαρη σφαγή των συντάξεων, η οποία κρύβει βαθιές κοινωνικές αδικίες.
Το μεγάλο πρόβλημα με αυτή την οριζόντια πολιτική είναι ότι η μακροζωία δεν είναι μια δίκαιη ή ομοιόμορφη πραγματικότητα. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία αποκαλύπτουν τεράστιες αποκλίσεις, καθώς το προσδόκιμο ζωής επηρεάζεται άμεσα από το εισόδημα, το μορφωτικό επίπεδο και, κυρίως, από το είδος του επαγγέλματος. Υπάρχει σαφές χάσμα ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία, όπως και ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Ένας άνθρωπος της χειρωνακτικής εργασίας, που πέρασε τη ζωή του σε βαριά και ανθυγιεινά μεροκάματα, έχει σαφώς μικρότερο προσδόκιμο ζωής σε σχέση με έναν υπάλληλο γραφείου. Το να επιβάλλεται λοιπόν ένα ενιαίο, αυξημένο όριο ηλικίας για όλους σημαίνει πρακτικά ότι οι πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες, που έχουν ήδη επιβαρυμένη υγεία, θα στερηθούν το δικαίωμα να απολαύσουν έστω και λίγα χρόνια αξιοπρεπούς ξεκούρασης.
Αυτή η γερμανική φόρμουλα δεν πρόκειται να μείνει κλεισμένη μέσα στα σύνορα της χώρας. Ιστορικά, όποια σκληρή δημοσιονομική συνταγή εφαρμόζεται στο Βερολίνο, τείνει να μετατρέπεται σε ευρωπαϊκή οδηγία και να επιβάλλεται αργά ή γρήγορα σε όλα τα κράτη-μέλη. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μια τέτοια προοπτική μοιάζει με εφιάλτη. Σε μια χώρα όπου οι συντάξεις έχουν ήδη υποστεί αλλεπάλληλες περικοπές τα προηγούμενα χρόνια και έχουν καταντήσει να θυμίζουν περισσότερο πενιχρά επιδόματα παρά ανταμοιβή μιας ζωής, η σύνδεση των ορίων με το προσδόκιμο ζωής θα φέρει νέα κοινωνική έκρηξη. Όταν οι σημερινές αποδοχές των απομάχων της εργασίας δεν επαρκούν ούτε για να βγει ο μήνας, η απειλή για ακόμα μεγαλύτερη επιμήκυνση του εργασιακού βίου δημιουργεί έντονη ανασφάλεια για το μέλλον. Το τι θα αποφασιστεί τελικά στη Γερμανία θα κρίνει το αν η τρίτη ηλικία στην Ευρώπη θα αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα στην αξιοπρέπεια ή ως ένα απλό κόστος προς περικοπή.






