
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Στον ολισθηρό δρόμο προς τις κάλπες, εκεί που η πολιτική ουσία συχνά θυσιάζεται στον βωμό της επικοινωνιακής κυριαρχίας, για κάποιους οι δημοσκοπήσεις έχουν μετατραπεί από εργαλεία ανίχνευσης της κοινής γνώμης σε όπλα μαζικής διαμόρφωσης εντυπώσεων. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, όμως η ένταση με την οποία χρησιμοποιείται πλέον η λεγόμενη «εκτίμηση ψήφου» εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την επιστημονική εγκυρότητα και τις σκοπιμότητες που εξυπηρετούνται πίσω από τις κλειστές πόρτες των αναλυτών. Αντί να καταγράφεται η ωμή πραγματικότητα της «πρόθεσης ψήφου», όπου οι αναποφάσιστοι και η αποχή αποτελούν το πιο ζωντανό και κρίσιμο κομμάτι της κοινωνίας, γινόμαστε μάρτυρες μιας αυθαίρετης ανακατανομής που μοιάζει περισσότερο με πολιτική προφητεία παρά με στατιστική ανάλυση.
Η διαδικασία της εκτίμησης ψήφου βασίζεται σε υποθέσεις εργασίας που, στην καλύτερη περίπτωση, είναι παρακινδυνευμένες και στη χειρότερη, καθαρά αντιεπιστημονικές.
Όταν μια εταιρεία δημοσκοπήσεων αποφασίζει να «μοιράσει» το 15% ή το 20% των αναποφάσιστων με βάση την προηγούμενη εκλογική τους συμπεριφορά ή τη «γειτνίαση» των κομμάτων, ουσιαστικά προχωρά σε μια κατασκευή. Παρουσιάζει μια εικόνα πλασματικής σταθερότητας, η οποία συνήθως ευνοεί το πρώτο κόμμα και την εκάστοτε κυβέρνηση, διατηρώντας την αίσθηση του αήττητου και της «παράστασης νίκης». Αυτό το τεχνητό φούσκωμα των ποσοστών δεν αντανακλά την τρέχουσα δυναμική, αλλά μια επιθυμητή κατάσταση που στοχεύει να αποθαρρύνει τις φωνές διαμαρτυρίας και να εγκλωβίσει τους αναποφάσιστους στη λογική του «μη χείρον βέλτιστον».
Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση επενδύει σε αυτά τα νούμερα για να συντηρήσει το αφήγημα της πολιτικής υπεροχής, την ώρα που η κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, την ανασφάλεια και τη θεσμική υποχώρηση διογκώνεται.
Η παρουσίαση της εκτίμησης ψήφου ως «τελικού αποτελέσματος» λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι το πολιτικό σκηνικό είναι παγωμένο, ενώ στην πραγματικότητα κάτω από την επιφάνεια κοχλάζει μια αβεβαιότητα που οι δημοσκόποι δυσκολεύονται –ή αρνούνται– να ποσοτικοποιήσουν με ειλικρίνεια.
Το να αγνοείς τη βουβή οργή ή την αποστασιοποίηση ενός μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος και να το εντάσσεις με το ζόρι σε κομματικά κουτάκια, αποτελεί μια μορφή στατιστικής χειραγώγησης.
Ευτυχώς, μέσα σε αυτό το τοπίο της ελεγχόμενης πληροφόρησης, αρχίζουν να εμφανίζονται ρωγμές που φέρνουν μια δόση αξιοπρέπειας στον κλάδο. Υπάρχουν εταιρείες και αναλυτές που πλέον αρνούνται πεισματικά να παρουσιάσουν εκτίμηση ψήφου, επιμένοντας στην καθαρή καταγραφή της πρόθεσης ψήφου επί των εγκύρων. Αυτή η κίνηση δεν είναι απλώς μια τεχνική επιλογή, αλλά μια πράξη επαγγελματικής εντιμότητας και σεβασμού προς τον πολίτη. Επιλέγοντας να δείξουν το πραγματικό μέγεθος της «γκρίζας ζώνης» των αναποφάσιστων, αναδεικνύουν την πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε αναζήτηση και δεν είναι δεδομένη για κανέναν.
Αυτή η άρνηση στο «μαγείρεμα» των στοιχείων εκθέτει εκείνους που συνεχίζουν να προσφέρουν βολικά νούμερα στο επικοινωνιακό επιτελείο του Μαξίμου.
Η δημοκρατία απαιτεί καθαρά δεδομένα για να λειτουργήσει, όχι κατασκευασμένες εντυπώσεις που σκοπό έχουν να «ναρκώσουν» τα αντανακλαστικά των ψηφοφόρων.
Όσο η εκτίμηση ψήφου χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να κρατιέται η κυβέρνηση στην επιφάνεια της δημοσιότητας με όρους κυριαρχίας, τόσο η αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων θα καταβαραθρώνεται.
Η επιστροφή στην απλή, ανόθευτη καταγραφή των τάσεων είναι ο μόνος τρόπος για να ανακτηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη και να σταματήσει το παιχνίδι με τις σκιές που βαφτίζονται επιστήμη. Στο τέλος της ημέρας, η πραγματικότητα έχει την τάση να εκδικείται τις κατασκευασμένες εικόνες, και οι κάλπες, όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι να τις προεξοφλήσουν, παραμένουν ο μόνος αυθεντικός κριτής.






