Η Ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου η εντυπωσιακή δημοσιονομική υπεραπόδοση καλείται να λειτουργήσει ως ανάχωμα απέναντι στις γεωπολιτικές αναταράξεις και τις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Οι προσδοκίες για την προσεχή Τετάρτη είναι ιδιαίτερα υψηλές, καθώς η ανακοίνωση των οριστικών στοιχείων για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2025 αναμένεται να επιβεβαιώσει τη σταθερή τροχιά ανάκαμψης της χώρας.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αποτελεί απλώς έναν στατιστικό δείκτη, αλλά τη βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί το νέο «οπλοστάσιο» μέτρων στήριξης για τους πολίτες.
Για τέταρτη συνεχή χρονιά, η Ελλάδα φαίνεται να υπερβαίνει τους δημοσιονομικούς της στόχους, γεγονός που προσδίδει στην κυβέρνηση την απαραίτητη ευελιξία για παρεμβάσεις στην πραγματική οικονομία.
Οι επίσημες προαναγγελίες από την πλευρά του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μέσω του Κυριάκου Πιερρακάκη, σκιαγραφούν μια εικόνα ισχυρής ανθεκτικότητας, η οποία αναγνωρίζεται πλέον διεθνώς.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρακτορείο Bloomberg τοποθετεί το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2025 σε επίπεδα που αγγίζουν το 4,8% με 4,9% του ΑΕΠ, μια εντυπωσιακή απόκλιση από τον αρχικό στόχο του προϋπολογισμού που ήταν 3,7%. Αυτή η υπεραπόδοση δεν θεωρείται συγκυριακή, καθώς οι προβλέψεις για το 2026 δείχνουν συνέχιση της τάσης, με το πλεόνασμα να αναμένεται να ξεπεράσει εκ νέου τον φετινό στόχο του 2,8%.
Η δυναμική αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τις πρόσφατες εκθέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο προβλέπει υψηλά πλεονάσματα όχι μόνο για το άμεσο μέλλον, αλλά για το σύνολο της επόμενης εξαετίας.
Η μείωση του δημόσιου χρέους αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής, με το ΔΝΤ να εκτιμά μια θεαματική υποχώρηση στο 110,9% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2031, ξεκινώντας από το 145,7% το 2025.
Οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις του Ταμείου για τα πρωτογενή πλεονάσματα, με 4,4% το 2025 και 3,8% το 2026, επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία έχει πλέον εδραιωθεί σε ένα περιβάλλον πλήρους δημοσιονομικής σοβαρότητας, παρά τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο .
Η ισχυρή ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την αποτελεσματικότερη περιστολή της φοροδιαφυγής, αποτελούν τους δύο κύριους κινητήριους μοχλούς αυτής της επιτυχίας.
Τα αυξημένα έσοδα που προκύπτουν από τη χρήση ψηφιακών εργαλείων και τον έλεγχο των συναλλαγών δίνουν στην πολιτεία τη δυνατότητα να επιστρέψει μέρος των καρπών της ανάπτυξης στην κοινωνία, ειδικά σε μια περίοδο που η ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός δοκιμάζουν τις αντοχές των νοικοκυριών.
Ωστόσο, η κυβέρνηση οφείλει να ισορροπήσει ανάμεσα στις κοινωνικές ανάγκες και τους αυστηρούς ευρωπαϊκούς κανόνες για το ετήσιο ύψος των δαπανών.
Ο προσδιορισμός του ακριβούς «δημοσιονομικού χώρου» είναι μια σύνθετη εξίσωση που εξαρτάται άμεσα από το πώς θα ερμηνευτούν οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή και την κλιμάκωση της έντασης με το Ιράν, η Ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή στοχευμένα πακέτα μέτρων.
Η επιβολή πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους στα καύσιμα και στα βασικά είδη διαβίωσης στα σούπερ μάρκετ ήταν το πρώτο βήμα για τον περιορισμό της αισχροκέρδειας.
Ακολούθησαν πιο άμεσες παρεμβάσεις, όπως η επιδότηση του ντίζελ στην αντλία, το fuel pass για τις μετακινήσεις και η ενίσχυση του αγροτικού τομέα μέσω των λιπασμάτων.
Όπως υπογραμμίζεται από την ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών, η αξιολόγηση της κατάστασης είναι διαρκής και οι παρεμβάσεις θα είναι ανάλογες με την ένταση και τη διάρκεια της κρίσης.
Πάντως η αβεβαιότητα στις διεθνείς τιμές της ενέργειας αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς κάθε αύξηση στο κόστος του πετρελαίου μετακυλίεται άμεσα στην εφοδιαστική αλυσίδα και τις τιμές των καταναλωτικών προϊόντων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοσιονομική υπεραπόδοση λειτουργεί ως ένα πολύτιμο μαξιλάρι ασφαλείας. Η ικανότητα της χώρας να παράγει πλεονάσματα υψηλότερα των στόχων στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα στις αγορές για τη σταθερότητα της Ελληνικής οικονομίας, επιτρέποντας ταυτόχρονα την άσκηση κοινωνικής πολιτικής χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική πειθαρχία.
Το στοίχημα για τους επόμενους μήνες είναι η διατήρηση αυτής της λεπτής ισορροπίας. Η κυβέρνηση αναμένει τα τελικά στοιχεία για να αποφασίσει το εύρος και τη στόχευση των νέων μέτρων, έχοντας πάντα ως προτεραιότητα τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες που πλήττονται περισσότερο από την ακρίβεια.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας οικονομίας που, αν και εκτεθειμένη σε διεθνείς κινδύνους, διαθέτει πλέον τα εργαλεία και τη θωράκιση για να διαχειριστεί τις κρίσεις με αυτοπεποίθηση.
Η μείωση του χρέους σε συνδυασμό με την ανάπτυξη δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η Ελλάδα παύει να είναι ο «ασθενής» της Ευρώπης και μετατρέπεται σε ένα παράδειγμα δημοσιονομικής προσαρμογής και ανθεκτικότητας.
Η ερχόμενη Τετάρτη, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια ημέρα ανακοινώσεων, αλλά η αφετηρία για μια νέα φάση οικονομικής διαχείρισης, όπου η δημοσιονομική επιτυχία θα πρέπει να συναντήσει την κοινωνική αναγκαιότητα κάτω από τη σκιά ενός απρόβλεπτου γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
Οι εξελίξεις στον πόλεμο και η πορεία του πληθωρισμού θα είναι οι παράγοντες που θα καθορίσουν το πώς θα χρησιμοποιηθεί το «οπλοστάσιο» της κυβέρνησης.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα δείχνει έτοιμη να ανταποκριθεί, βασιζόμενη στις δικές της δυνάμεις και στην ισχυρή δημοσιονομική της θέση που οικοδομήθηκε με συνετή διαχείριση τα τελευταία έτη.






