Του Κώστα Σελινιώτη
Σε μια εποχή όπου δορυφόροι, ανοικτά δεδομένα και δίκτυα ανάλυσης πληροφοριών αποκαλύπτουν σχεδόν τα πάντα, η σύλληψη ενός τουρίστα με φωτογραφίες πολεμικών πλοίων ή αεροπλάνων δεν αρκεί για να τεκμηριώσει Κατασκοπεία. Τι είναι πραγματικά η σύγχρονη συλλογή πληροφοριών και γιατί η δημόσια συζήτηση συχνά κινείται ανάμεσα στην υπερβολή και στην παρανόηση.
Κάθε λίγες εβδομάδες εμφανίζεται το ίδιο σενάριο. Ένας ξένος πολίτης συλλαμβάνεται κοντά σε στρατιωτική εγκατάσταση και μέσα σε λίγες ώρες τα μέσα ενημέρωσης μιλούν για «κατάσκοπο». Όμως στην εποχή των δορυφόρων, της ανοικτής πληροφορίας και της ψηφιακής ανάλυσης δεδομένων, η πραγματική Κατασκοπεία μοιάζει πολύ λιγότερο με ταινία του Ψυχρού Πολέμου και πολύ περισσότερο με μια αθόρυβη διαδικασία συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων. Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό… Πόσες από τις υποθέσεις που παρουσιάζονται δημόσια είναι πραγματικά Κατασκοπεία και πόσες αποτελούν απλώς επικοινωνιακό θόρυβο σε μια προσπάθεια συγκάλυψης άλλων γεγονότων;
Τα τελευταία χρόνια λοιπόν, και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, επανέρχεται συχνά στην ελληνική δημόσια συζήτηση το θέμα της «Κατασκοπείας» γύρω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κυρίως γύρω από τη Βάση της Σούδας στην Κρήτη. Συλλήψεις ξένων πολιτών που φέρονται να φωτογράφιζαν πλοία, εγκαταστάσεις ή στρατιωτική δραστηριότητα παρουσιάζονται σχεδόν αυτόματα ως σοβαρές υποθέσεις Κατασκοπείας. Τα μέσα ενημέρωσης μιλούν για «πράκτορες», για «κατασκόπους», για «μυστικές αποστολές» και για «σχέδια ξένων υπηρεσιών».
Ωστόσο, αν απομακρυνθεί κανείς από την ένταση των τίτλων και εξετάσει το ζήτημα με ψυχραιμία και γνώση του σύγχρονου περιβάλλοντος πληροφοριών, προκύπτει ένα πολύ πιο σύνθετο ερώτημα. Τι σημαίνει πραγματικά Κατασκοπεία στον 21ο αιώνα και πόσο συχνά οι υποθέσεις που παρουσιάζονται δημόσια ανταποκρίνονται πράγματι σε αυτή την έννοια.
Η Κατασκοπεία όπως τη φαντάζεται ακόμη ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης προέρχεται κυρίως από τον Ψυχρό Πόλεμο. Στο συλλογικό φαντασιακό, ο κατάσκοπος είναι κάποιος που φωτογραφίζει κρυφά στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κλέβει σχέδια ή παρακολουθεί κινήσεις στρατευμάτων. Σε εκείνη την εποχή, όταν οι πληροφορίες ήταν περιορισμένες και η τεχνολογία συλλογής δεδομένων σαφώς πιο περιορισμένη, ακόμη και μια απλή φωτογραφία μπορούσε πράγματι να έχει σημαντική αξία.
Η πραγματικότητα του 21ου αιώνα είναι διαφορετική. Σήμερα ένα τεράστιο μέρος των πληροφοριών που κάποτε θεωρούνταν δύσκολο να αποκτηθούν είναι διαθέσιμο μέσω ανοικτών πηγών. Δορυφορικές εικόνες υψηλής ανάλυσης παρέχονται από εμπορικές εταιρείες σε ολόκληρο τον κόσμο. Εξειδικευμένες υπηρεσίες γεωχωρικής ανάλυσης προσφέρουν εικόνες που αποκαλύπτουν με μεγάλη λεπτομέρεια λιμάνια, αεροδρόμια, βάσεις, εγκαταστάσεις και υποδομές. Παράλληλα, συστήματα παρακολούθησης πλοίων και αεροσκαφών δημοσιεύουν σε πραγματικό χρόνο δεδομένα για κινήσεις μονάδων σε πολλές περιοχές του πλανήτη.
Σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της λεγόμενης ανοικτής πληροφορίας έχει αποκτήσει τεράστια σημασία. Η λεγόμενη OSINT (Open Source Intelligence – Πληροφορίες Ανοιχτών Πηγών), δηλαδή η ανάλυση Ανοικτών Πηγών, αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο τόσο για κρατικές Υπηρεσίες όσο και για ανεξάρτητους αναλυτές. Εικόνες από δορυφόρους, δημοσιεύσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φωτογραφίες από δημοσιογράφους ή τουρίστες και στοιχεία από εμπορικά δεδομένα συνδυάζονται για να δημιουργήσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα δραστηριότητας.
Η Ναυτική Βάση της Σούδας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Από εκεί διέρχονται συχνά αμερικανικά αεροπλανοφόρα, πολεμικά πλοία και στρατιωτικά αεροσκάφη. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά κρίσιμο κόμβο για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ταυτόχρονα, όμως, η περιοχή γύρω από τη Σούδα δεν είναι απομονωμένη στρατιωτική ζώνη. Η ευρύτερη περιοχή φιλοξενεί κατοικημένες περιοχές, τουριστικές εγκαταστάσεις, ξενοδοχεία και σημεία δημόσιας πρόσβασης. Πλοία της εμπορικής ναυτιλίας, επιβατηγά πλοία αλλά και κρουαζιερόπλοια διέρχονται από τον κόλπο. Σε ορισμένα σημεία υπάρχει οπτική επαφή με τμήματα της Βάσης και με προβλήτες όπου δένουν πολεμικά πλοία.
Αυτό δημιουργεί μια αντικειμενική πραγματικότητα. Ένα σημαντικό μέρος της δραστηριότητας της περιοχής είναι ορατό από σημεία εκτός της στρατιωτικής εγκατάστασης. Παράλληλα, οι ίδιες οι αφίξεις μεγάλων πολεμικών πλοίων συχνά καλύπτονται από διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, ενώ φωτογραφίες και βίντεο δημοσιεύονται σε ιστοσελίδες και τηλεοπτικά ρεπορτάζ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απλή φωτογράφιση ενός πλοίου ή μιας προβλήτας από δημόσιο χώρο δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί αυτομάτως Κατασκοπεία. Για να χαρακτηριστεί μια ενέργεια ως Κατασκοπεία απαιτείται κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο. Απαιτείται πρόθεση συλλογής πληροφοριών που δεν είναι δημόσια διαθέσιμες, συστηματική προσπάθεια καταγραφής κρίσιμων δεδομένων και συνήθως μεταβίβαση αυτών των πληροφοριών σε τρίτο αποδέκτη, συνήθως ξένη Υπηρεσία ή Οργανισμό.
Η σύγχρονη Κατασκοπεία δεν βασίζεται κυρίως σε μεμονωμένες φωτογραφίες. Βασίζεται στη συλλογή μεγάλου όγκου δεδομένων και στην ανάλυση προτύπων. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει παρακολούθηση των χρόνων άφιξης και αναχώρησης μονάδων, καταγραφή αλλαγών στη διάταξη της ασφάλειας μιας εγκατάστασης, αναγνώριση σημείων τρωτότητας ή συνδυασμό διαφορετικών πηγών πληροφορίας για την εξαγωγή επιχειρησιακών συμπερασμάτων.
Με άλλα λόγια, η αξία της πληροφορίας δεν βρίσκεται πλέον σε μια μεμονωμένη εικόνα αλλά στη δυνατότητα συστηματικής ανάλυσης. Αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, μεθοδολογία και συνήθως τεχνικές δυνατότητες που ξεπερνούν κατά πολύ την απλή χρήση ενός κινητού τηλεφώνου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σύλληψη γύρω από μια στρατιωτική εγκατάσταση είναι αβάσιμη. Οι Υπηρεσίες Πληροφοριών και Ασφαλείας έχουν υποχρέωση να ερευνούν οποιαδήποτε δραστηριότητα μπορεί να σχετίζεται με συλλογή πληροφοριών. Ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένης γεωπολιτικής έντασης, όπως αυτή που βιώνει σήμερα η Ανατολική Μεσόγειος, η εγρήγορση των Αρχών είναι απολύτως αναγκαία.
Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στην έρευνα μιας ύποπτης δραστηριότητας και στη δημόσια παρουσίασή της ως επιβεβαιωμένης υπόθεσης Κατασκοπείας. Στην πράξη, πολλές από τις υποθέσεις που δημοσιοποιούνται στα μέσα ενημέρωσης δεν συνοδεύονται από σαφή στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης συλλογής πληροφοριών.
Αυτή η τάση δημιουργεί ένα πρόβλημα. Όταν ο όρος «Κατασκοπεία» χρησιμοποιείται υπερβολικά εύκολα, χάνει σταδιακά το πραγματικό του βάρος. Η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε ένα είδος θεάματος όπου κάθε σύλληψη παρουσιάζεται ως μεγάλη επιτυχία των Υπηρεσιών Πληροφοριών και Ασφαλείας, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική ανάλυση των πραγματικών δεδομένων.
Παράλληλα, τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν συχνά με λογική εντυπωσιασμού για ακροαματικότητα και για τα κλικς. Η λέξη «κατάσκοπος» δημιουργεί πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από έναν πιο ψύχραιμο τίτλο που θα μιλούσε απλώς για «διερεύνηση ύποπτης δραστηριότητας». Σε ένα περιβάλλον όπου η ταχύτητα και η επισκεψιμότητα καθορίζουν την προβολή των ειδήσεων, ο πειρασμός για υπερβολή είναι μεγάλος.
Υπάρχει όμως και μια ευρύτερη πολιτική διάσταση. Σε περιόδους διεθνούς έντασης, η ανάδειξη υποθέσεων Κατασκοπείας μπορεί να λειτουργήσει και ως ένδειξη κρατικής εγρήγορσης. Η εικόνα ενός Κράτους που εντοπίζει και συλλαμβάνει πιθανούς κατασκόπους ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας στο εσωτερικό και στέλνει μήνυμα αποφασιστικότητας προς το εξωτερικό.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν η επικοινωνιακή αυτή διάσταση υπερβαίνει την πραγματική επιχειρησιακή αξία μιας υπόθεσης. Τότε η δημόσια συζήτηση απομακρύνεται από την ουσία της εθνικής ασφάλειας και μετατρέπεται σε πεδίο εντυπώσεων ή επικοινωνιακής συγκάλυψης άλλων γεγονότων.
Η πραγματική απειλή στον χώρο της Κατασκοπείας σήμερα βρίσκεται κυρίως αλλού. Βρίσκεται στις κυβερνοεπιθέσεις, στη διείσδυση σε ψηφιακά συστήματα, στην κλοπή δεδομένων και στη συστηματική ανάλυση ανοικτών και κλειστών πηγών πληροφορίας. Βρίσκεται επίσης στην ικανότητα συνδυασμού διαφορετικών πηγών δεδομένων ώστε να εξαχθούν επιχειρησιακά χρήσιμα συμπεράσματα.
Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για την Κατασκοπεία πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Η προστασία των κρίσιμων υποδομών και των στρατιωτικών εγκαταστάσεων παραμένει απολύτως αναγκαία. Όμως η αξιολόγηση των απειλών πρέπει να γίνεται με βάση την πραγματική φύση της σύγχρονης συλλογής πληροφοριών και όχι με στερεότυπα που ανήκουν σε προηγούμενες δεκαετίες.
Σε τελική ανάλυση, η σοβαρή αντιμετώπιση της Κατασκοπείας απαιτεί δύο πράγματα. Πρώτον, επαγγελματική αξιολόγηση των πραγματικών κινδύνων από τις αρμόδιες Υπηρεσίες. Και δεύτερον, μια πιο ώριμη δημόσια συζήτηση που να διαχωρίζει την πραγματική απειλή από την επικοινωνιακή υπερβολή.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η έννοια της Κατασκοπείας να μετατραπεί από σοβαρό ζήτημα εθνικής ασφάλειας σε ένα ακόμη τηλεοπτικό αφήγημα. Και αυτό τελικά δεν βοηθά ούτε την ενημέρωση των πολιτών ούτε την ίδια την ασφάλεια του Κράτους.






