Του Ειδικού Συνεργάτη Κ.Α. Γαυδιώτη
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι απλώς ένα δύσκολο δικαστικό επεισόδιο. Είναι μια βαθιά κρίση Θεσμών που άνοιξε ρωγμή στην εμπιστοσύνη, εκεί όπου μια Δημοκρατία δεν αντέχει ρωγμές: στο απόρρητο των επικοινωνιών, στη λογοδοσία της εξουσίας και στην ασφάλεια της δημόσιας ζωής. Η ετυμηγορία, που θα ανακοινωθεί μεθαύριο, θα είναι σημαντική. Δεν θα είναι, όμως, το τέλος. Γιατί το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έκανε τι. Είναι το πώς ένα τέτοιο φαινόμενο μπόρεσε να υπάρξει, να αντέξει και να κανονικοποιηθεί.
Το Predator, όπως κάθε πανάκριβο «εμπορικό» spyware που πωλείται μόνο σε κρατικούς φορείς, δεν είναι ένα ακόμη ψηφιακό σκάνδαλο. Είναι τεχνολογία ισχύος. Κάνει την παρακολούθηση-υποκλοπή ασύμμετρη, αόρατη και, κυρίως, πολιτικά χρήσιμη. Αν το κινητό μετατρέπεται σε πηγή πρόσβασης σε επαφές, σχέσεις, κινήσεις, δημοσιογραφικές πηγές, επαγγελματικά σχέδια, τότε δεν μιλάμε μόνο για παραβίαση ιδιωτικότητας. Μιλάμε για δυνατότητα χειραγώγησης, εκφοβισμού και προληπτικού ελέγχου. Και όταν αυτή η δυνατότητα συναντά κρατικούς μηχανισμούς, ή έστω ένα περιβάλλον που τους μοιάζει και τους αγγίζει, τότε το πρόβλημα παύει να είναι τεχνικό. Γίνεται πολιτειακό.
Αυτός είναι ο λόγος που η συγκεκριμένη υπόθεση πλήττει την Κυβέρνηση σε βάθος χρόνου. Όχι μόνο επειδή εκτέθηκε πολιτικά, αλλά επειδή η ίδια η αρχιτεκτονική εποπτείας της ΕΥΠ είναι κεντρικοποιημένη. Από τη στιγμή που η Υπηρεσία πέρασε υπό άμεση πρωθυπουργική εποπτεία (σωστά κατά την άποψή μου λόγω των εκ του νόμου 3649/2008 αρμοδιοτήτων της), το πολιτικό κέντρο πήρε στα χέρια του και το τιμόνι και την ευθύνη. Άρα το ερώτημα δεν εξαντλείται στο «ήξερε ή δεν ήξερε». Το ερώτημα είναι «τι έλεγχο άσκησε, τι μηχανισμούς είχε, τι απέτρεψε, τι εντόπισε, τι διόρθωσε». Και όταν μια Κυβέρνηση απαντά περισσότερο με άμυνα επιβίωσης παρά με θεσμική διαφάνεια, το κόστος δεν είναι πρόσκαιρο. Γίνεται μόνιμο αποτύπωμα δυσπιστίας.
Η ίδια η Δίκη ανέδειξε, ως εικόνα, μια προσπάθεια να μικρύνει το σκάνδαλο ώστε να χωρέσει σε ένα στενό πλαίσιο. Η υπεράσπιση, θεμιτά μέσα στη διαδικασία, επεδίωξε να αποδομήσει πορίσματα, να αμφισβητήσει καταθέσεις, να παρουσιάσει λίστες θυμάτων ως προβληματικές, να μετατρέψει την ουσία σε τεχνική διαφωνία. Εμφανίστηκε και κάτι ακόμη πιο κρίσιμο: η τάση να μετατοπιστεί η ευθύνη από τους «κρίκους» ενός πλέγματος προς έναν αόρατο «χρήστη», σαν να πρόκειται για υπόθεση όπου κάποιοι εμπορεύονται δυνατότητες και κάποιοι άλλοι, άγνωστοι, τις αξιοποιούν. Νομικά, αυτή η γραμμή είναι αναμενόμενη. Πολιτικά, όμως, λειτουργεί σαν βαλβίδα. Αν το αφήγημα γίνει «δεν αποδείχθηκε ποιος πάτησε το κουμπί», τότε η κοινωνία ωθείται να αποδεχθεί ότι ένα εργαλείο τέτοιας ισχύος μπορεί να κυκλοφορεί, να στοχοποιεί και τελικά να μην αφήνει πίσω του καθαρές ευθύνες.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για τους μηχανισμούς. Η ΕΥΠ δεν κρίνεται μόνο από το αν υπήρξε ή όχι εμπλοκή σε συγκεκριμένες πράξεις. Κρίνεται και από την εσωτερική της κουλτούρα. Όταν προκύπτουν μαζικές μετακινήσεις/μετατάξεις προσωπικού, όπως οι 78 μεταταγέντες, ανεξάρτητα από τις τυπικές αιτιολογήσεις, το κοινωνικό και υπηρεσιακό μήνυμα γίνεται ένα: «μην μιλάς». Σε Υπηρεσίες Πληροφοριών, αυτό είναι καταστροφικό. Γιατί ο εσωτερικός έλεγχος δεν δουλεύει με διατάγματα και οργανογράμματα. Δουλεύει με κουλτούρα αναφοράς προβλημάτων, με προστασία όσων χτυπούν καμπανάκια, με την αίσθηση ότι η Υπηρεσία υπηρετεί το Κράτος Δικαίου και όχι την εκάστοτε πολιτική ανάγκη.
Το ίδιο ισχύει και για την τεχνολογική διάσταση της Υπηρεσίας. Όταν υπάρχει ένας κόμβος τεχνολογίας και καινοτομίας όπως το νεοσυσταθέν ΚΕΤΥΑΚ, δεν είναι δυνατόν η δημόσια συζήτηση να μένει στο «όλα είναι απόρρητα». Όχι γιατί ένας τέτοιος κόμβος είναι από μόνος του ύποπτος, αλλά γιατί σε εποχή spyware η λογοδοσία χρειάζεται τεχνολογική υποδομή. Ιχνηλασιμότητα, καταγραφές, εσωτερικοί και εξωτερικοί έλεγχοι, διαδικασίες που αντέχουν στο φως. Αλλιώς, η τεχνολογία γίνεται το τέλειο καταφύγιο της αμφιβολίας.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις είναι ήδη εδώ. Η ιδέα ότι πολιτικοί, ανώτατοι στρατιωτικοί, στελέχη της Υπηρεσίας, στελέχη της δημόσιας ζωής, δημοσιογράφοι και απλοί πολίτες-επιχειρηματίες, μπορεί να μπήκαν ή να μπαίνουν στο στόχαστρο, γεννά φόβο και αυτολογοκρισία. Η δημοσιογραφία πληρώνει πρώτο τίμημα, γιατί οι πηγές στεγνώνουν όταν οι άνθρωποι πιστέψουν ότι κανένα μήνυμα και καμία κλήση δεν είναι ασφαλής. Η πολιτική ζωή γίνεται πιο τοξική, γιατί η υποψία μετατρέπεται σε εργαλείο πόλωσης. Και η κοινωνία απομακρύνεται, γιατί νιώθει ότι οι ισχυροί έχουν μέσα και τρόπους που δεν ελέγχονται πραγματικά.
Αν υπάρχει μια ευκαιρία μέσα σε αυτή την κρίση, είναι να μετατραπεί σε αφορμή για σοβαρούς κανόνες και πραγματική εποπτεία. Καθαρό πλαίσιο για τα εμπορικά spyware, αυστηρές δικλίδες για κάθε μορφή παρακολούθησης, ανεξάρτητος έλεγχος που δεν εξαρτάται από την πολιτική συγκυρία, προστασία των θυμάτων και όσων αποκαλύπτουν κατάχρηση. Και, κυρίως, μια νέα συμφωνία για το τι σημαίνει «Εθνική Ασφάλεια» σε Δημοκρατία. Εθνική Ασφάλεια χωρίς λογοδοσία δεν είναι ασφάλεια. Είναι πλεονέκτημα εξουσίας.
Η πολιτική μου άποψη είναι απλή. Ακόμη κι αν το Δικαστήριο κλείσει τη δικογραφία ως μια υπόθεση τεσσάρων προσώπων, η υπόθεση των υποκλοπών δεν κλείνει έτσι. Αν δεν υπάρξει καθαρή θεσμική απάντηση, το μήνυμα που θα μείνει είναι ότι η παρακολούθηση-υποκλοπή μπορεί να ιδιωτικοποιείται, να θολώνει και τελικά να τακτοποιείται. Και αυτό είναι η πραγματική βόμβα για τη Δημοκρατία. Όχι το χθεσινό σκάνδαλο, αλλά το αυριανό προηγούμενο.







