
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) αποτελεί αναμφίβολα μία από τις πιο ριζοσπαστικές τεχνολογικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών. Από την ιατρική διάγνωση και τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, μέχρι τη βιομηχανική παραγωγή και την παροχή υπηρεσιών, η ΤΝ έχει εισχωρήσει σε πλήθος τομέων, βελτιώνοντας την αποδοτικότητα και μειώνοντας τα κόστη. Ωστόσο, η ταχύτατη αυτή εξέλιξη εγείρει σοβαρά ερωτήματα και ανησυχίες για το μέλλον της εργασίας. Ο μεγαλύτερος ίσως κίνδυνος που αναδεικνύεται είναι η πιθανή μείωση των θέσεων απασχόλησης, καθώς πολλές εργασίες που μέχρι σήμερα εκτελούσαν άνθρωποι, μπορούν πλέον να εκτελεστούν από «έξυπνα» συστήματα.
Η αυτοματοποίηση που επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη δεν περιορίζεται πλέον σε χειρωνακτικές ή χαμηλής ειδίκευσης εργασίες. Αντιθέτως, επεκτείνεται σε επαγγέλματα που απαιτούν αναλυτικές δεξιότητες, όπως λογιστική, νομική υποστήριξη ή ακόμη και ιατρικές γνωματεύσεις. Τα συστήματα μηχανικής μάθησης είναι ικανά να επεξεργάζονται τεράστιους όγκους δεδομένων με ταχύτητα και ακρίβεια που ξεπερνούν τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Αυτό καθιστά πολλές εργασιακές ειδικότητες ευάλωτες στην αντικατάσταση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η εργασιακή ανασφάλεια μεγαλώνει.
Παράλληλα, η εισαγωγή της ΤΝ δημιουργεί και νέες θέσεις εργασίας, κυρίως σε τομείς που σχετίζονται με την ανάπτυξη, συντήρηση και ηθική εποπτεία των συστημάτων αυτών. Ωστόσο, η ισορροπία ανάμεσα στις θέσεις που χάνονται και σε εκείνες που δημιουργούνται δεν είναι πάντα θετική. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι οι νέες θέσεις απαιτούν υψηλή εξειδίκευση, την οποία δεν διαθέτει άμεσα το σύνολο του εργατικού δυναμικού. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί εργαζόμενοι κινδυνεύουν να μείνουν εκτός αγοράς εργασίας, χωρίς την απαιτούμενη κατάρτιση για να επαναπροσδιορίσουν τον επαγγελματικό τους ρόλο.
Ο κοινωνικός αντίκτυπος είναι εξίσου σημαντικός. Η μαζική απώλεια θέσεων εργασίας μπορεί να εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, αφού τα άτομα με χαμηλή πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην τεχνολογική κατάρτιση θα δυσκολευτούν να επανενταχθούν στην αγορά. Παράλληλα, η συγκέντρωση του πλούτου σε λίγες τεχνολογικές εταιρείες ενδέχεται να ενισχύσει περαιτέρω την ανισότητα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον έντονου κοινωνικού αποκλεισμού και δυσαρέσκειας.
Για να περιοριστούν αυτοί οι κίνδυνοι, είναι απαραίτητη η χάραξη στρατηγικών πολιτικών που θα ενισχύσουν την εκπαίδευση και την κατάρτιση των εργαζομένων. Η επένδυση στη δια βίου μάθηση και η δημιουργία προγραμμάτων επανεκπαίδευσης μπορούν να αποτελέσουν το «αντίβαρο» στην ανατροπή που φέρνει η ΤΝ. Επιπλέον, απαιτείται αυστηρό πλαίσιο κανονισμών που θα διασφαλίζει ότι η τεχνολογία χρησιμοποιείται προς όφελος της κοινωνίας και όχι εις βάρος της.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι από μόνη της απειλή. Αντιθέτως, μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ανάπτυξης και προόδου. Ωστόσο, η απώλεια θέσεων εργασίας που προκαλείται από την εκτεταμένη αυτοματοποίηση αποτελεί σοβαρό εργασιακό κίνδυνο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί η ισορροπία μεταξύ της αξιοποίησης των τεχνολογικών δυνατοτήτων και της προστασίας του εργατικού δυναμικού, ώστε η μετάβαση στη νέα εποχή να γίνει με κοινωνική δικαιοσύνη και βιώσιμη ανάπτυξη.






