Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών αποτελεί πλέον ένα από τα πιο ουσιαστικά εργαλεία οικονομικής σταθεροποίησης για επιχειρήσεις και πολίτες, και η επέκτασή του στα χρέη προς τους δήμους συνιστά μια εξέλιξη με ιδιαίτερη βαρύτητα.
Πρόκειται για μια παρέμβαση που ικανοποιεί πάγια αιτήματα της αγοράς και έρχεται να δώσει λύση σε ένα πρόβλημα, το οποίο επί χρόνια λειτουργούσε ως τροχοπέδη για την οικονομική δραστηριότητα και την τοπική ανάπτυξη. Η ένταξη των δημοτικών οφειλών στο ενιαίο πλαίσιο του Εξωδικαστικού αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα χρέη προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, προσφέροντας μια πιο ρεαλιστική, δίκαιη και αποτελεσματική προσέγγιση.
Μέχρι σήμερα, οι οφειλές προς τους δήμους, όπως τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού, τα τέλη χρήσης κοινόχρηστων χώρων, τα πρόστιμα και οι δημοτικοί φόροι, αποτελούσαν συχνά έναν «αόρατο» αλλά ιδιαίτερα πιεστικό παράγοντα για χιλιάδες επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα. Η συσσώρευση αυτών των χρεών, σε συνδυασμό με τις προσαυξήσεις και τα πρόστιμα, οδηγούσε σε οικονομικό αδιέξοδο, με αποτέλεσμα πολλοί οφειλέτες να αδυνατούν να λάβουν δημοτική ενημερότητα ή να βρίσκονται αντιμέτωποι με μέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Η έλλειψη ενός ενιαίου μηχανισμού ρύθμισης σήμαινε ότι οι λύσεις ήταν αποσπασματικές, συχνά γραφειοκρατικές και, στις περισσότερες περιπτώσεις, αναποτελεσματικές.
Η επέκταση του Εξωδικαστικού Μηχανισμού στα χρέη προς τους δήμους έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, εντάσσοντας για πρώτη φορά τις δημοτικές οφειλές σε ένα συνολικό και αυτοματοποιημένο σύστημα ρύθμισης. Πλέον, οι οφειλέτες έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν ταυτόχρονα χρέη προς τράπεζες, την ΑΑΔΕ, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους δήμους, μέσα από μία ενιαία ψηφιακή διαδικασία. Αυτό επιτρέπει μια πιο ολοκληρωμένη αποτύπωση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη και οδηγεί σε ρυθμίσεις που βασίζονται στη πραγματική του δυνατότητα αποπληρωμής, ενισχύοντας τη βιωσιμότητα των συμφωνιών.
Η επιχειρηματική κοινότητα είχε επανειλημμένα επισημάνει ότι χωρίς τη ρύθμιση των χρεών προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, καμία προσπάθεια εξυγίανσης δεν μπορεί να είναι πλήρης. Ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, τα δημοτικά τέλη αποτελούν ένα σταθερό κόστος που συχνά δεν μειώνεται, ακόμη και σε περιόδους μειωμένου κύκλου εργασιών. Σε κλάδους όπως η εστίαση, ο τουρισμός και το λιανεμπόριο, οι δημοτικές επιβαρύνσεις συσσωρεύτηκαν έντονα τα προηγούμενα χρόνια, ιδίως μετά τις διαδοχικές κρίσεις, δημιουργώντας ένα περιβάλλον ασφυξίας. Η δυνατότητα λοιπόν ένταξης αυτών των οφειλών στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό προσφέρει ουσιαστική ανάσα ρευστότητας και επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επανασχεδιάσουν τη λειτουργία τους με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Παράλληλα, η ρύθμιση αυτή δεν ωφελεί μόνο τους οφειλέτες, αλλά και τους ίδιους τους δήμους. Για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα παλαιά και συσσωρευμένα χρέη αποτελούν συχνά λογιστικά έσοδα που όμως δεν εισπράττονται ποτέ. Μέσα από τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό, οι δήμοι αποκτούν τη δυνατότητα να μετατρέψουν ανείσπρακτες οφειλές σε πραγματικές και σταθερές ροές εσόδων, μειώνοντας ταυτόχρονα το διοικητικό και δικαστικό κόστος που συνεπάγεται η διεκδίκησή τους. Η αύξηση των εισπράξεων, ακόμη και σε βάθος χρόνου, ενισχύει τη δημοσιονομική σταθερότητα των ΟΤΑ και τους επιτρέπει να προγραμματίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια έργα, υπηρεσίες και κοινωνικές παροχές, που σημειωτεον είναι όλα ανταποδοτικά προς τους πολίτες .
Στην διάταξη του υπουργείου Εσωτερικών αναφέρεται μεταξύ άλλων, «Για κάθε είδους οφειλές προς τους δήμους και τα νομικά τους πρόσωπα, το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, ο οφειλέτης δικαιούται να υπαχθεί, με αίτησή του, στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών. Σε αυτήν την περίπτωση, το χρέος ως σύνολο απαιτήσεων (αρχικού οφειλόμενου ποσού, τυχόν προστίμων και προσαυξήσεων) βεβαιώνεται στη Φορολογική Διοίκηση. Οι οφειλές λογίζονται ως οφειλές προς το Δημόσιο αποκλειστικά για τον σκοπό ρύθμισής τους στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού του ν. 4738/2020. Στις περιπτώσεις επιτυχούς προόδου του μηχανισμού και είσπραξης οφειλομένων, η Α.Α.Δ.Ε. παρακρατά ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αυτών και αποδίδει τα υπόλοιπα εισπραχθέντα στον δικαιούχο, δήμο ή νομικό πρόσωπο, εντός εξήντα (60) ημερών από την είσπραξή τους».
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κοινωνική διάσταση της συγκεκριμένης παρέμβασης. Πολλοί πολίτες βρέθηκαν τα προηγούμενα χρόνια αντιμέτωποι με χρέη προς τους δήμους που διογκώθηκαν όχι τόσο λόγω υψηλής αρχικής οφειλής, αλλά εξαιτίας προσαυξήσεων και προστίμων.
Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός, λαμβάνοντας υπόψη το εισόδημα και τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, προσφέρει μια πιο ανθρώπινη και κοινωνικά δίκαιη προσέγγιση, αποτρέποντας ακραίες καταστάσεις οικονομικού αποκλεισμού. Με αυτόν τον τρόπο, η ρύθμιση λειτουργεί όχι μόνο ως εργαλείο οικονομικής διαχείρισης, αλλά και ως μηχανισμός ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η ένταξη των δημοτικών οφειλών στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό σηματοδοτεί και μια αλλαγή φιλοσοφίας στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους. Η Πολιτεία δείχνει να απομακρύνεται από τη λογική της αυστηρής τιμωρίας και να υιοθετεί μια προσέγγιση που δίνει έμφαση στη δεύτερη ευκαιρία και στη βιώσιμη ρύθμιση. Όταν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις έχουν πρόσβαση σε ρεαλιστικές λύσεις, ενισχύεται η κουλτούρα πληρωμών και περιορίζεται η παραοικονομία, με θετικές συνέπειες για το σύνολο της οικονομίας.
Η πλειοψηφία των ανθρώπων της αγοράς συμφωνεί ότι η επέκταση του Εξωδικαστικού Μηχανισμού και στα χρέη προς τους ΟΤΑ αποτελεί μια ουσιαστική μεταρρύθμιση που απαντά σε πραγματικές ανάγκες της αγοράς και της κοινωνίας. Δημιουργεί τέλος τις προϋποθέσεις για την οικονομική επανεκκίνηση χιλιάδων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, ενισχύει τα έσοδα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός πιο σταθερού και προβλέψιμου οικονομικού περιβάλλοντος.






