
Του Βασίλη Ταλαμάγκα
Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει οικοδομήσει ένα αφήγημα οικονομικής ανάκαμψης, «επενδυτικής έκρηξης» και εκσυγχρονισμού του κράτους. Μέσα από επικοινωνιακή διαχείριση, δηλώσεις περί «success story» και συνεχείς αναφορές σε αναβαθμίσεις της χώρας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, επιχειρεί να πείσει ότι η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την κρίση. Όμως, πίσω από τα μεγάλα λόγια και τις φανταχτερές παρουσιάσεις, η πραγματικότητα είναι διαφορετική – και συχνά απογοητευτική.
Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει δραματικά χαμηλή. Παρά την πολυδιαφημισμένη «ψηφιακή μετάβαση», η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε. σε παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας. Οι λόγοι είναι πολλοί: έλλειψη επενδύσεων σε έρευνα και καινοτομία, προβληματικό εκπαιδευτικό σύστημα, αδύναμος τεχνολογικός μετασχηματισμός των ΜμΕ, και κρατικές δομές που λειτουργούν αποτρεπτικά για την ανάπτυξη.
Αντί η κυβέρνηση να ενισχύσει ουσιαστικά την παραγωγική βάση της χώρας, περιορίζεται σε επιδοματικές πολιτικές και ανακυκλώνει φθηνό εργατικό δυναμικό. Οι προγραμματισμένες «επενδύσεις» καταλήγουν συχνά σε εργολαβίες, κατανάλωση και κέρδη για λίγους, χωρίς να ενισχύεται η πραγματική οικονομία.
Η διαρροή ταλέντου – ή όπως είναι ευρύτερα γνωστή, το brain drain – είναι μια πληγή που η κυβέρνηση αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Παρά τις εξαγγελίες για «επιστροφή των νέων στην πατρίδα», ελάχιστες συντονισμένες δράσεις έχουν γίνει για να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν την επιστροφή όσων έφυγαν.
Μισθοί πείνας, ανασφάλιστη εργασία, παντελής έλλειψη προοπτικής επαγγελματικής ανέλιξης και στέγασης: αυτή είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει ένας νέος επιστήμονας στην Ελλάδα του 2025. Το κράτος, αντί να επενδύσει σε υποδομές γνώσης και να προσφέρει κίνητρα για νέες επιχειρήσεις, στηρίζει κυρίως εφήμερα προγράμματα, χωρίς στρατηγική.
Παρά τα φανταχτερά λόγια για «προσέλκυση επενδύσεων», η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην περιοχή όσον αφορά τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Η γραφειοκρατία, η αβεβαιότητα στο θεσμικό πλαίσιο, η έλλειψη σταθερής φορολογικής πολιτικής και οι ελλείψεις σε υποδομές λειτουργούν αποτρεπτικά για σοβαρούς επενδυτές.
Το λεγόμενο «επενδυτικό boom» αφορά κυρίως τον τουρισμό και την αγορά ακινήτων, και μάλιστα σε επίπεδα που δημιουργούν συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού για τους μόνιμους κατοίκους. Ούτε βιομηχανία δημιουργείται, ούτε η μεταποίηση ενισχύεται. Η οικονομία παραμένει μονοδιάστατη και ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει περισσότερο στην εικόνα παρά στην ουσία. Τα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» αποδεικνύονται καθημερινά μπροστά στις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Χωρίς πραγματική στρατηγική για την παραγωγική ανασυγκρότηση, χωρίς στήριξη στους νέους και χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό για επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς, η Ελλάδα κινδυνεύει να μείνει και πάλι πίσω.
Ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να ακούμε υποσχέσεις και να απαιτήσουμε λύσεις. Πραγματικές, όχι επικοινωνιακές.






