Στην σκιά των αποψινών ανακοινώσεων Τραμπ για επιβολή οριζόντιων σαρωτικών δασμών αύριο ξεκινά στις Βρυξέλλες η Σύνοδος Υπουργών Εξωτερικών των κρατών μελών του ΝΑΤΟ, η οποία θα ολοκληρωθεί στις 4 Απριλίου.
Στις Βρυξέλλες φθάνει σήμερα ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενώ οξύνεται η ένταση μεταξύ των ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ και των Ευρωπαίων.
Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο, ξεκινά την ημέρα κατά την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος θα ανακοινώσει τους νέους δασμούς που πρόκειται να επιβάλει η Ουάσιγκτον ακόμη και σε παραδοσιακούς συμμάχους της. Παράλληλα, ο Τραμπ αυξάνει την πίεση στους Ευρωπαίους, καλώντας τους να δαπανήσουν περισσότερα χρήματα για την άμυνά τους και να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες στον πόλεμο στην Ουκρανία, παρά το γεγονός ότι τους έχει αποκλείσει από τις άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουκρανών και Αμερικανών από τη μία και Ρώσων και Αμερικανών από την άλλη.
Το διατλαντικό ραντεβού πραγματοποιείται εξάλλου μετά το σκάνδαλο που ξέσπασε όταν ο αρχισυντάκτης του περιοδικού The Atlantic περιελήφθη σε λίστα συμμετεχόντων σε μια απόρρητη συνομιλία όπου υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι των ΗΠΑ συζητούσαν πολεμικά σχέδια.
Στις συνομιλίες που έδωσε στη δημοσιότητα το περιοδικό ο Τζέι Ντι Βανς κατηγορούσε τους Ευρωπαίους ότι θέλουν να εκμεταλλευθούν τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
«Αν πιστεύεις ότι πρέπει να το κάνουμε, ας το κάνουμε. Απλώς μισώ να σώζω για μία ακόμη φορά τους Ευρωπαίους», έγραψε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ απευθυνόμενος στον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Σε αυτό ο Χέγκσεθ απάντησε: «Συμμερίζομαι πλήρως την απέχθειά σου για το φόρτωμα των Ευρωπαίων. Είναι αξιολύπητοι!».
Στις Βρυξέλλες ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών αναμένεται να αναφερθεί «στην αύξηση των επενδύσεων των συμμάχων στην άμυνα και στην εδραίωση μιας διαρκούς ειρήνης στην Ουκρανία», επεσήμανε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Ο Ρούμπιο «θα αναφερθεί επίσης στην κοινή απειλή που αποτελεί η Κίνα για την ευρωατλαντική συμμαχία και τη συμμαχία της περιοχής Ινδίας- Ειρηνικού» στη διάρκεια της συνάντησής του με εκπροσώπους ασιατικών χωρών, καθώς στις προετοιμασίες γα τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη το καλοκαίρι.
Εκτός από τον Καναδά, τον οποίο ο Τραμπ αντιμετωπίζει συχνά σαν να είναι «η 51η πολιτεία των ΗΠΑ», καμία χώρα μέλος του ΝΑΤΟ δεν μοιάζει να είναι τόσο στο στόχαστρο του Αμερικανού προέδρου όσο η Δανία.
Ο Ρούμπιο θα έχει την ευκαιρία, σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών της Δανίας, να συναντηθεί με τον Δανό ομόλογό του Λαρς Λόκε Ράσμουσεν, εν μέσω μεγάλης έντασης μεταξύ της Κοπεγχάγης και της Ουάσινγκτον με αφορμή τη Γροιλανδία, την οποία θέλει να αποκτήσει ο Τραμπ.
Η στάση των ΗΠΑ ώθησε τους Ευρωπαίους να επανεξετάσουν τη δέσμευση της Ουάσινγκτον προς την ασφάλεια στην ήπειρο, με τη Γερμανία να υιοθετεί ένα τεράστιο σχέδιο επενδύσεων στο πλαίσιο του οποίου προβλέπονται μεγάλες δαπάνες για την άμυνα.
Έπειτα από τρία χρόνια πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας ο Τραμπ φιλοδοξεί να τερματίσει τις συγκρούσεις και για τον λόγο αυτό έσπασε τη διπλωματική απομόνωση του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν. Όμως οι διαπραγματεύσεις καθυστερούν.
Οι στρατηγικές προκλήσεις επί τάπητος
Η αποστασιοποίηση της κυβέρνησης Τραμπ από τους ευρωπαίους συμμάχους του εντείνει τις εσωτερικές ενστάσεις και αντικρουόμενες απόψεις γύρω από το κόστος για το πρόγραμμα επανεξοπλισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Readiness 2030». Ο Μάρκο Ρούμπιο θα ταξιδέψει στις Βρυξέλλες με ατζέντα τις προτεραιότητες ασφάλειας για τη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Ανάμεσα στις προτεραιότητες συμπεριλαμβάνονται και οι αυξημένες συμμαχικές αμυντικές επενδύσεις, όπως και η διασφάλιση της διαρκούς ειρήνης στην Ουκρανία, σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Παράλληλα, κατά την παραμονή του επί ευρωπαϊκού εδάφους ο επικεφαλής του θα συζητήσει με τους ομολόγους του για την «κοινή απειλή της Κίνας» τόσο στις
Οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου προκρίνουν το μοντέλο των επιχορηγήσεων αντί του δανεισμού, αλλά και την επέκταση των δράσεων που θα μπορούσαν να τεθούν υπό αυτό το κοινό αμυντικό πλέγμα προστασίας σε πεδία, όπως η κυβερνοασφάλεια, η παράνομη μετανάστευση και η ανθεκτικότητα των υποδομών.
Στην κεφαλή των χωρών που επιθυμούν λιγότερη εξάρτηση από δανεισμό βρίσκεται η Γαλλία, παρότι η Πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει δρομολογήσει ένα πλαίσιο δανεισμού 150 δισεκατομμυρίων ευρώ, παράλληλα με την ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής, χαλαρώνοντας τους δημοσιονομικούς κανόνες. Πάντως, από πλευράς του ευρωπαϊκού Βορρά, ο οποίος δεν αντιμετωπίζει προβλήματά χρέους, η στάση αρκετών αξιωματούχων καταγράφεται ως κατηγορηματική, όταν ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ντικ Σούφ αποφάνθηκε «Όχι ευρωομόλογα»!. Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, όταν η Ιταλία και η Ισπανία απέχουν αρκετά από τον στόχο του 2% επί του ΑΕΠ για τις δαπάνες του ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή, ο Επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις προέβλεψε πως «ένας μεγάλος αριθμός κρατών να ενεργοποιήσουν αυτή τη ρήτρα διαφυγής», θέλοντας να δείξει την επιτυχή πρόβλεψη του μέτρου από μέρους της Κομισιόν. «Ωστόσο, η Επιτροπή υποτίμησε ένα κρίσιμο σημείο: ενώ μπορεί να δανειστεί φθηνότερα από τα περισσότερα κράτη μέλη, τα δάνεια που χορηγεί εξακολουθούν να υπολογίζονται στα επίπεδα του εθνικού χρέους – μια «κόκκινη» σημαία για τις υπερχρεωμένες χώρες» σύμφωνα με το Politico.
«Το σχέδιο του Φον ντερ Λάιεν βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο εθνικό χρέος των κρατών», χωρίς, ωστόσο, να είναι μέχρι στιγμής σαφές αν η Ιταλία και η Ισπανία θα κάνουν χρήση της ρήτρας έκτακτης ανάγκης. Στον αντίποδα, εικάζεται ότι η στάση αναμονής που τηρούν εδράζεται στην προσπάθεια πίεσης της Κομισιόν για περαιτέρω υποχωρήσεις στη φύση του αμυντικού πακέτου στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής, τον Ιούνιο. «Θα πρέπει να έχουμε περισσότερο χρόνο [για να αποφασίσουμε]» ανέφερε η Ιταλίδα Πρωθυπουργός, προσθέτοντας ότι το χρονικό διάστημα για την ενεργοποίηση του μηχανισμού ήταν «λίγο πολύ κοντά». Στην περίπτωση της Γαλλίας, το Παρίσι δεν φέρεται διατεθειμένο να ενεργοποιήσει τη ρήτρα διαφυγής λόγω του χρέους του και του κινδύνου για υψηλότερο κόστος δανεισμού, σε αντίθεση με τη Γερμανία που οδεύει σε μια αναβάθμιση των αμυντικών της υποδομών ύψους 500 δις ευρώ.
Ο Επίτροπος Άμυνας της ΕΕ, Άντριους Κουμπίλιους τόνισε πως αναμένει από τα κράτη μέλη της ΕΕ να κάνουν χρήση των επιλογών που προτείνονται στο σχέδιο, αντί να εκδώσουν περισσότερο κοινό χρέος. Στην ίδια κατεύθυνση, η ΕΕ δεν είναι ακόμη έτοιμη να εκδώσει τα λεγόμενα ευρωομόλογα για να ενισχύσει τις απαραίτητες αμυντικές δυνατότητες για να αποτρέψει οποιαδήποτε πιθανή στρατιωτική επίθεση εναντίον της, δήλωσε ο Επίτροπος Άμυνας και Διαστήματος της ΕΕ, εξηγώντας πως «τα ευρωομόλογα σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει μεγαλύτερο χρέος, το οποίο θα πρέπει να εξυπηρετηθεί ξανά από όλα τα κράτη μέλη, και τώρα έχουμε κατά κάποιο τρόπο μια πρόκληση για το πώς να αποπληρώσουμε το υπάρχον χρέος».
Ο ίδιος δεν απέρριψε το ενδεχόμενο να διευρυνθεί η λίστα των απειλών, ώστε να περιλαμβάνει την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, την κλιματική αλλαγή και άλλες επενδύσεις στην ασφάλεια, όπως επιθυμούν η Ισπανία και η Ιταλία, αλλά υπέδειξε έναν διαφορετικό τρόπο από τις αμυντικές δαπάνες.
Σημειωτέον ότι «οι απειλές για τη Νότια Ευρώπη είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες στην Ανατολική Ευρώπη. Στην περίπτωσή μας, σχετίζονται με την κυβερνοασφάλεια, τις υβριδικές απειλές: αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να βελτιώσουμε τις ικανότητές μας στον κυβερνοχώρο, τις προσπάθειες αντιτρομοκρατίας, την ασφάλεια στη Μεσόγειο, τις δορυφορικές συνδέσεις, τον κβαντικό υπολογισμό, την τεχνητή νοημοσύνη και τις επιπτώσεις τους στην εθνική ασφάλεια», περιέγραψε ο Ισπανός πρωθυπουργός, Πέδρο Σάντσεθ.
Ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης και οι δυσαρέσκεια των πολιτών
Ο επανεξοπλισμός μιας ηπείρου κοστίζει ακριβά, και οι πολίτες πρέπει όχι μόνο να κατανοήσουν αλλά και να αποδεχθούν τις οικονομικές θυσίες που θα επιφέρει σημειώνει η Catherine de Vries καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Bocconi του Μιλάνου στο Politico.
Αν δεν καταφέρουν να φέρουν το κοινό μαζί τους, κινδυνεύουν να αποθρασυνθούν οι τάσεις. Οι ψηφοφόροι αισθάνονται ήδη παραμελημένοι μετά από χρόνια περικοπών στις δημόσιες υπηρεσίες και η δυσαρέσκεια για τις υψηλές αμυντικές δαπάνες θα μπορούσε να τροφοδοτήσει περισσότερη δυσαρέσκεια, προκαλώντας κέρδη για τους ακροδεξιούς, φιλορωσικούς λαϊκιστές.
Στις περσινές εκλογές παρατηρήθηκε ήδη μια σαφής τάση προς αυτή την κατεύθυνση, με τη λαϊκιστική δεξιά να κερδίζει σε Γαλλία, Πορτογαλία, Βέλγιο και Αυστρία. Και η συνεχιζόμενη επιτυχία τους θα αποσταθεροποιούσε την ευρωπαϊκή ασφάλεια με τον ίδιο τρόπο που η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση διαταράσσει τώρα τις στρατηγικές δεσμεύσεις της Αμερικής.
Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών, οι προηγούμενες προσπάθειες για την ενοποίηση των ευρωπαϊκών αμυντικών πολιτικών απέτυχαν, κυρίως λόγω των ανησυχιών για την υπονόμευση του ΝΑΤΟ και την αποξένωση των Η.Π.Α. Αντ’ αυτού, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση επικεντρώθηκε στην οικονομική συνεργασία και το μπλοκ προαναγγέλθηκε ως ένα ειρηνευτικό σχέδιο παρά ως αμυντική συμμαχία.
Το απρόβλεπτο της αμερικανικής πολιτικής προσθέτει, φυσικά, άλλο ένα επίπεδο πολυπλοκότητας. Για παράδειγμα, αν ο Τραμπ ξαφνικά επαναπροσδιοριστεί ως υπέρ του ΝΑΤΟ, το μέλλον της νέας ευρωπαϊκής συμμαχίας θα περιέλθει σε νέα αβεβαιότητα. Προς το παρόν, όμως, το ΝΑΤΟ παραμένει όλο και περισσότερο στο περιθώριο και άσχετο, και ο Τραμπ ήταν συνεπής στις αιχμές του κατά της συμμαχίας, καθώς και στον κατευνασμό του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν.
Χωρίς σταθερές διαβεβαιώσεις από την Ουάσινγκτον, η διατλαντική τάξη ασφαλείας θα συνεχίσει να μετατοπίζεται. Η κάποτε αυτόματη ροή αμερικανικών όπλων προς τους Ευρωπαίους συμμάχους δεν είναι πλέον εγγυημένη, και με την ΕΕ να ετοιμάζεται να στηριχθεί στη δική της αμυντική βιομηχανία, οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί κατασκευαστές όπλων είναι πιθανό να ανταγωνίζονται έντονα για τις παγκόσμιες αγορές τα επόμενα χρόνια.
Όλα αυτά θα μπορούσαν ίσως να καταστήσουν την Ευρώπη μια σημαντική στρατιωτική δύναμη για πρώτη φορά από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά για να γίνει αυτό θα χρειαστεί ευρεία εκλογική υποστήριξη. Οι Ευρωπαίοι πρέπει να αποφασίσουν αν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν το κόστος της διαμόρφωσης του μέλλοντός τους ή να διακινδυνεύσουν να διαμορφωθεί γι’ αυτούς.
Αλλά μια επιθετική Ρωσία και μια απρόβλεπτη και πρόσφατα ανταγωνιστική Αμερική έχουν αναγκάσει σε επανεξέταση.
Με την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας σε αμφισβήτηση, η Ευρώπη στέκεται τώρα μόνη της. Και αν το μπλοκ θέλει να υπερασπιστεί τις αξίες, τα συμφέροντα και τους ανθρώπους του, θα πρέπει να πάρει στα σοβαρά τη δική του άμυνα.
Ευτυχώς, το μπλοκ κάνει ήδη μυώδη βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, σηματοδοτώντας μια ριζική απομάκρυνση από τις αποσπασματικές προόδους στην ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας που παρατηρήθηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Μια ευρωπαϊκή Zeitenwende – μια στιγμή καμπής – εκτυλίσσεται.Εκεί που η κοινή προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού θεωρούνταν κάποτε μια μακρινή φαντασίωση, η κοινή χρηματοδότηση της άμυνας έχει γίνει πλέον κεντρικό ευρωπαϊκό μέλημα.
Αλλά καθώς η ΕΕ βγαίνει από τη σκιά του ΝΑΤΟ, τα πολιτικά διακυβεύματα αυξάνονται.
Το κόστος του επανεξοπλισμού και της στρατιωτικής ετοιμότητας θα έχει άμεσες συνέπειες για τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους, οι οποίοι παραδοσιακά δίνουν προτεραιότητα στις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας. Η μνήμη της λιτότητας επικρέμεται ήδη πάνω από το μπλοκ. Και μόλις πέρυσι, η ΕΕ πρότεινε δημοσιονομικές περικοπές άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ σε βασικά προγράμματα, καθώς και περαιτέρω προγράμματα λιτότητας που επιβάλλουν περικοπές άνω των 100 δισεκατομμυρίων ευρώ για την επίτευξη των στόχων μείωσης του ελλείμματος.
Η ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση του ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας θα πονέσει μια ήδη πληγωμένη ήπειρο, ενώ η συγκέντρωση υποστήριξης για τις αυξανόμενες αμυντικές φιλοδοξίες της θα είναι μια λεπτή πράξη εξισορρόπησης – ιδίως από τη στιγμή που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η δημόσια υποστήριξη για την άμυνα έχει υποχωρήσει.
Σύμφωνα με έρευνα του Ευρωβαρόμετρου από τα τέλη του 2023, μόλις το 60% των Ευρωπαίων ενέκρινε τη χρηματοδότηση των εξοπλισμών . Επιπλέον, έρευνα που διεξήχθη από το Bertelsmann Stiftung (γνωστή ως eupinions) διαπίστωσε ότι ο ενθουσιασμός για βαθύτερη ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία έχει εξασθενήσει: Στην Ισπανία, η υποστήριξη μειώθηκε από 92% στις αρχές του 2022 σε 83% στα τέλη του 2024- και στη Γαλλία, από 87% σε 71% κατά την ίδια περίοδο.
Μια έρευνα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων από τα μέσα του 2024 ενίσχυσε αυτά τα ευρήματα, αποκαλύπτοντας ότι οι πλειοψηφίες στη Γαλλία και την Ιταλία αντιτάχθηκαν στην αύξηση των αμυντικών δαπανών εάν αυτή γινόταν εις βάρος της υγειονομικής περίθαλψης και της εκπαίδευσης.
Ωστόσο, αυτό συνέβαινε πριν από την επιστροφή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και την επακόλουθη στροφή του προς την ΕΕ.Ο κόσμος έχει έκτοτε μετατοπιστεί ως αποτέλεσμα των υδραργυρικών σεισμών του Τραμπ, και χωρίς αμερικανικές διαβεβαιώσεις, η ανάγκη της Ευρώπης για ασφάλεια μπορεί να στρέψει τους πολίτες προς την προτεραιότητα του επανεξοπλισμού.
Προκειμένου να διευκολυνθεί αυτό, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να σφυρηλατήσουν μια συναρπαστική αφήγηση που να μεταφέρει τόσο τον γεωπολιτικό επείγοντα χαρακτήρα της στιγμής όσο και τις θυσίες που απαιτούνται για την αντιμετώπισή του.Διότι χωρίς έναν διαφανή και ειλικρινή διάλογο σχετικά με τα εμπλεκόμενα ανταλλάγματα, οι φιλοδοξίες της Ευρώπης για την ασφάλεια θα μπορούσαν να σκοτωθούν στην κάλπη.
Η ατζέντα του Γ. Γεραπετρίτη
Αύριο, Πέμπτη, 3 Απριλίου, ο κ. Γεραπετρίτης θα συμμετάσχει σε γεύμα εργασίας των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ, κατά το οποίο η συζήτηση θα επικεντρωθεί στις στρατηγικές προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Θα ακολουθήσει συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ με τους εταίρους του Ινδο-Ειρηνικού (Αυστραλία, Ιαπωνία, Νέα Ζηλανδία και Νότια Κορέα).
Ο υπουργός Εξωτερικών θα παρακαθίσει, επίσης, σε δείπνο εργασίας, σε σύνθεση Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ουκρανίας, με προσκεκλημένους την Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, Kaja Kallas και τον υπουργό Εξωτερικών της Ουκρανίας Andrii Sybiha.
Την Παρασκευή 4 Απριλίου ο κ. Γεραπετρίτης θα συμμετάσχει σε συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ, με τη συμμετοχή της Ύπατης Εκπροσώπου της ΕΕ, Κάγια Κάλας .
Αθήνα 984